ΚύπροςΠαραμένουμε τελικά προτεκτοράτο;
Με αφορμή το δημοσίευμα της Wall Street Journal για τα όσα φέρεται να είπε η πρέσβης των ΗΠΑ ξεκίνησε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για το ποια είναι η πραγματική θέση της χώρας. Η…
29 Σεπτεμβρίου 2026 · 08:30
Με αφορμή το δημοσίευμα της Wall Street Journal για τα όσα φέρεται να είπε η πρέσβης των ΗΠΑ ξεκίνησε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για το ποια είναι η πραγματική θέση της χώρας.
Η δημοκρατική αντιπολίτευση έδειξε γρήγορα αντανακλαστικά και ζήτησε από την κυβέρνηση να απαντήσει εάν η χώρα μας ασκεί την εξωτερική πολιτική υπό το πρίσμα ενός διαρκούς εκβιασμού ως εάν να μην είναι πραγματικά κυρίαρχη.
Η κυβέρνηση απάντησε ότι δεν τέθηκε θέμα απειλών σε βάρος της χώρας και δεν σχολίασε περαιτέρω το δημοσίευμα.
Ωστόσο, το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν η χώρα μας έχει, για τον οποιοδήποτε λόγο, να επιστρέψει σε μια συμπεριφορά που αναλογεί σε ένα προτεκτοράτο.
Και το σημείο αυτό έχει μια ιδιαίτερη σημασία, γιατί όντως η χώρα μας σε διάφορες στιγμές βρέθηκε κοντά σε μια τέτοια συνθήκη. Αυτό συνέβη καταρχάς στη μετεμφυλιακή περίοδο, όταν η καθοριστική συμβολή της στήριξης από τις ΗΠΑ στον Εμφύλιο, που έγειρε τον συσχετισμό σε βάρος του Δημοκρατικού Στρατού, μεταφράστηκε σε μια ιδιαίτερη ισχύ του «αμερικανικού παράγοντα», που θα συνεχιστεί για καιρό.
Θα χρειαστεί η Μεταπολίτευση και η αποφασιστική στάση τόσο του Κωνσταντίνου Καραμανλή όσο και του Ανδρέα Παπανδρέου για να αποσαφηνιστεί ότι η χώρα μας είναι μεν τμήμα της Δύσης, αλλά έχει και τη δυνατότητα να αποφασίζει η ίδια για την τύχη και το μέλλον της.
Στην περίοδο των Μνημονίων τα πράγματα θα επιδεινωθούν ξανά, κυρίως σε σχέση με την ΕΕ και τους δανειστές γιατί η χώρα θα βρεθεί αντικειμενικά σε μια συνθήκη μειωμένης κυριαρχίας.
Τα πράγματα φάνηκε να αποκαθίστανται κάπως μετά την έξοδο από τα Μνημόνια το 2018, όταν η χώρα φάνηκε να ανακτά ένα σημαντικό βαθμό κυριαρχίας. Επιπλέον, με τη συμφωνία των Πρεσπών φάνηκε ότι μπορούσα να λύνει μόνη της προβλήματα δεκαετιών.
Όμως, με τη διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Φαινομενικά, εάν κανείς ακούσει τη ρητορική της κυβέρνησης η χώρα μας είναι μια όλο και πιο ισχυρή δύναμη στην περιοχή, ιδίως ως προς την ενίσχυση της αμυντικής της ικανότητας και τα εξοπλιστικά προγράμματα.
Όμως, την ίδια στιγμή, εάν κανείς κοιτάξει τον τρόπο που ξεδιπλώνεται η ελληνική εξωτερική πολιτική θα διαπιστώσει ότι η βασική έγνοια είναι να φαίνεται ότι είναι με τη «σωστή πλευρά της ιστορίας». Αυτό συνδυάστηκε με μια αντίληψη ότι για τα εθνικά θέματα και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις το βασικό είναι να εξασφαλίσουμε ότι κάποιος άλλος θα «καθαρίσει» για εμάς, μια «συνεργασία» που σφραγίζεται κυρίως μέσα από μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα.
Σε σχέση με τις ΗΠΑ αυτό επικαθορίστηκε και από το ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη προσπάθησε να εξασφαλίσει ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα προσπερνούσε διάφορες «αντιτραμπικές» δηλώσεις του ίδιου του πρωθυπουργού στο παρελθόν. Αυτό οδήγησε σε μια λογική με κάθε κόστος να εξασφαλιστεί μια «εύνοια» της αμερικανικής κυβέρνησης, προσπάθεια όχι απόλυτα επιτυχημένη εάν παρατηρήσουμε τις καλές σχέσεις ανάμεσα στην αμερικανική κυβέρνηση και τον Ερντογάν.
Αντίστοιχα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη θεώρησε ότι εν μέσω μιας παγκόσμιας κατακραυγής κατά του Νετανιάχου ήταν «ευκαιρία» να μετατρέψει την όποια αμυντική συνεργασία προϋπήρχε (και που ήταν τμήμα μιας πιο πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής) σε μια ανοιχτή υποστήριξη, με όρους που όχι μόνο προσφέρουν νομιμοποίηση σε παράνομες πρακτικές, αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις πέφτουν θύμα τους– ας σκεφτούμε εδώ την υπόθεση των υποκλοπών και τη χρήση ισραηλινού παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού.
Όλα αυτά μας φέρνουν στο πραγματικό πρόβλημα σήμερα. Η χώρα μας δεν είναι προτεκτοράτο. Τουλάχιστον όχι με την τυπική έννοια του όρου. Έχει πραγματικές δεσμεύσεις, ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, αλλά μπορεί και να ασκεί πολιτική με βάση τα εθνικά συμφέροντά, όπως αυτά ορίζονται κάθε στιγμή.
Όμως, η χώρα είναι σε πραγματικό κίνδυνο να συμπεριφερθεί ως να είναι προτεκτοράτο. Ως μια χώρα δηλαδή που το μόνο κριτήριό της είναι να εξυπηρετεί τον έναν ή τον άλλο σύμμαχο, με την ελπίδα ότι θα υπάρξει γενναιοδωρία από τη μεριά του. Μια τέτοια στρατηγική είναι στην πραγματικότητα συνταγή καταστροφής και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε εθνικές τραγωδίες.
Αυτό εξηγεί γιατί η χώρα χρειάζεται αυτή τη στιγμή μια άλλη εξωτερική πολιτική. Που να μην την οδηγεί στον κατήφορο που θα τη μετέτρεπε – οικειοθελώς! – σε προτεκτοράτο, αλλά να την κατοχυρώνει ως μια ισότιμη δύναμη στο διεθνές γίγνεσθαι. Μια πολιτική που να αναγνωρίζει ότι η χώρα ανήκει και στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, στη «Δύση» εάν προτιμάτε, αλλά ταυτόχρονα κατανοεί ότι ο κόσμος είναι πολύ πιο σύνθετος και σίγουρα όχι μονοπολικός και κατά συνέπεια χρειάζεται μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ξεδίπλωμα μιας πολιτικής όντως πολυδιάστατης. Μια πολιτική που θα επανεκτιμά συμμαχίες και συνεργασίες με κριτήριο τα εθνικά συμφέροντα, που θα αποφεύγει να ταυτίζει τη χώρα με πολιτικές και πολιτικούς που παραβιάζουν κάθε έννοια διεθνούς δικαίου, που θα στηρίζεται σε μια πραγματική αναπτυξιακή δυναμική, και που δεν θα εξαρτιέται από τον έναν ή τον άλλο σύμμαχο, αλλά θα τον αντιμετωπίζει ισότιμα. Ακριβώς, επειδή η χώρα μας δεν είναι ένα προτεκτοράτο, ούτε και πρέπει να γίνει.
Πηγή – in.gr








