Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 20°
Διεθνή

Οι προσδοκίες για «μπλε κύμα» και η μάχη για το Κογκρέσο στις ΗΠΑ

Δεκατέσσερις ημέρες πριν από τις κάλπες οι Δημοκρατικοί προσβλέπουν σε ένα «μπλε κύμα», με πρόσφατες δημοσκοπήσεις να ενισχύουν τις ελπίδες τους για νίκες ακόμη και σε περιοχές που παραδοσιακά στηρίζουν τους Ρεπουμπλικάνους — ένα…

21 Οκτωβρίου 2026 · 06:58

      

Δεκατέσσερις ημέρες πριν από τις κάλπες οι Δημοκρατικοί προσβλέπουν σε ένα «μπλε κύμα», με πρόσφατες δημοσκοπήσεις να ενισχύουν τις ελπίδες τους για νίκες ακόμη και σε περιοχές που παραδοσιακά στηρίζουν τους Ρεπουμπλικάνους — ένα ενδεχόμενο που πριν από λίγους μήνες έμοιαζε εξαιρετικά μακρινό.

Όπως μεταδίδουν τα αμερικανικά δίκτυα οι προσδοκίες έχουν ανέβει τόσο, ώστε η αποτυχία εξασφάλισης του ελέγχου και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου θα μπορούσε να προκαλέσει απογοήτευση στους Δημοκρατικούς και να δώσει στους Ρεπουμπλικάνους περιθώριο να πανηγυρίσουν.

Σε πρόσφατη δημοσκόπηση των ABC News και Washington Post για την πρόθεση ψήφου τον Νοέμβριο, οι Δημοκρατικοί προηγούνταν σχεδόν κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες. Παράλληλα, υποψήφιοί τους για τη Γερουσία εμφανίζονται ανταγωνιστικοί σε παραδοσιακά «κόκκινες» πολιτείες, όπως η Αλάσκα, η Αϊόβα, το Κάνσας και το Τέξας.

Αμφίρροπες παραμένουν και οι αναμετρήσεις σε πολιτείες όπως το Μίσιγκαν και η Τζόρτζια, όπου οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να διατηρήσουν τις έδρες τους. Μετά τη σαρωτική ήττα του Ντόναλντ Τραμπ το 2024 το ερώτημα που διατυπώνεται στα τηλεοπτικά πλατό είναι εάν οι δημοσκόποι αποτυπώνουν σωστά τη δυναμική των Δημοκρατικών ή εάν υπερεκτιμούν τον ενθουσιασμό των ψηφοφόρων του κόμματος.

Το ιστορικό βάρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι το κόμμα του εκάστοτε Προέδρου σχεδόν πάντα χάνει έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις ενδιάμεσες εκλογές.

Οι δύο εξαιρέσεις που ξεχωρίζουν είναι το 2002, επί Τζορτζ Μπους του νεότερου, στο κλίμα που ακολούθησε τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και πριν από την εισβολή στο Ιράκ, και το 1998, επί Μπιλ Κλίντον. Το 1998 οι Δημοκρατικοί ανέτρεψαν τη συνήθη τάση των ενδιάμεσων εκλογών: αντί να χάσουν έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, κέρδισαν πέντε, χωρίς όμως να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία.

Η ισχυρή οικονομία και η δυσαρέσκεια πολλών ψηφοφόρων για τον χειρισμό της υπόθεσης Λεβίνσκι από τους Ρεπουμπλικάνους συνέβαλαν στο αποτέλεσμα. Η προσπάθεια παραπομπής του Κλίντον δεν μεταφράστηκε σε εκλογική τιμωρία του κόμματός του, ενώ η υποστήριξη της κοινής γνώμης στην απομάκρυνση του παρέμενε χαμηλή.

Το 2022, μετά την ανατροπή της απόφασης Roe v. Wade από το Ανώτατο Δικαστήριο, οι Δημοκρατικοί και ο Τζο Μπάιντεν αντιμετώπισαν σχεδόν ως επιτυχία την απώλεια μόλις εννέα εδρών, παρότι αυτή αρκούσε για να περάσει η Βουλή στον έλεγχο των Ρεπουμπλικάνων.

«Ενώ ο Τύπος και οι αναλυτές προέβλεπαν ένα τεράστιο κόκκινο κύμα, αυτό δεν συνέβη», δήλωσε ο Μπάιντεν την επομένη μέρα, κάνοντας λόγο για «μια καλή μέρα για τη δημοκρατία». Ωστόσο, η αλλαγή πλειοψηφίας στη Βουλή περιόρισε τη δυνατότητά του να προωθεί τη νομοθετική του ατζέντα.

Αντίστοιχα, το 2018, όταν οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν 41 έδρες και τον έλεγχο της Βουλής, ο Τραμπ επικεντρώθηκε στη διατήρηση της πλειοψηφίας στη Γερουσία, υποστηρίζοντας ότι «ξεπέρασαν κατά πολύ τα ιστορικά προηγούμενα».

Σύμφωνα με την εκτίμηση , ανεξαρτήτως του φετινού αποτελέσματος, ο Τραμπ πιθανότατα θα προβάλει ισχυρισμούς περί εκλογικής απάτης, είτε υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία είτε όχι, και θα επιχειρήσει να παρουσιάσει κάποια πτυχή της αναμέτρησης ως νίκη.

Από τις περιορισμένες απώλειες στις μεγάλες ανατροπές

Η μετακίνηση ακόμη και λίγων εδρών μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική. Οι εννέα έδρες που έχασαν οι Δημοκρατικοί το 2022 τους στέρησαν την πλειοψηφία στη Βουλή, αλλά το αποτέλεσμα απείχε αισθητά από τη συντριβή που αρκετοί προέβλεπαν.

Σε άλλες αναμετρήσεις, οι απώλειες ήταν πολύ μεγαλύτερες. Το 1994, στην αποκαλούμενη «ρεπουμπλικανική επανάσταση», οι Δημοκρατικοί έχασαν 54 έδρες στις πρώτες ενδιάμεσες εκλογές της προεδρίας Κλίντον. Το 2010, με την άνοδο του Tea Party, έχασαν 63 έδρες, αποτέλεσμα που ο Μπαράκ Ομπάμα χαρακτήρισε «συντριπτική ήττα». Και στις δύο περιπτώσεις έχασαν τον έλεγχο της Βουλής.

Ανάλογη αλλαγή πλειοψηφίας σημειώθηκε το 2018, στις πρώτες ενδιάμεσες εκλογές του Τραμπ, όταν οι Ρεπουμπλικανοί απώλεσαν 41 έδρες.

Οι δέκα κρίσιμες αναμετρήσεις της Γερουσίας

Οι γερουσιαστές εκλέγονται για εξαετή θητεία και περίπου το ένα τρίτο των εδρών τίθεται σε ψηφοφορία σε κάθε εκλογικό κύκλο. Από τις 35 έδρες που κρίνονται αυτή τη φορά, δέκα περιλαμβάνονται στις κρίσιμες αναμετρήσεις.

Τρεις από αυτές τις έδρες —στην Τζόρτζια, το Μίσιγκαν και το Νιου Χάμσαϊρ— βρίσκονται σήμερα στα χέρια των Δημοκρατικών. Τις υπόλοιπες επτά, στην Αλάσκα, την Αϊόβα, το Κάνσας, το Μέιν, τη Βόρεια Καρολίνα, το Οχάιο και το Τέξας, κατέχουν οι Ρεπουμπλικανοί.

Ο χάρτης της Βουλής των Αντιπροσώπων

Οι διαδοχικές αναχαράξεις των εκλογικών περιφερειών σε πολλές πολιτείες έχουν περιορίσει τον αριθμό των πραγματικά ανταγωνιστικών εδρών. Το μη κομματικό Cook Political Report κατατάσσει μόλις 21 έδρες στην κατηγορία των αμφίρροπων: 15 κατέχονται από Ρεπουμπλικάνους και έξι από Δημοκρατικούς.

Παράλληλα, δέκα έδρες των Ρεπουμπλικάνων κατατάσσονται σε κατηγορίες που ευνοούν, με διαφορετικό βαθμό βεβαιότητας, τους Δημοκρατικούς. Το ίδιο ισχύει για μία ακόμη έδρα, την οποία κατέχει βουλευτής που αποχώρησε από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και έγινε ανεξάρτητος. Στην αντίθετη κατεύθυνση, οκτώ έδρες των Δημοκρατικών εμφανίζονται να ευνοούν τους Ρεπουμπλικάνους.

Με αυτά τα δεδομένα, οι Δημοκρατικοί ενδέχεται να χρειάζονται μόνο μία ή λίγες νίκες στις αμφίρροπες περιφέρειες για να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία. Αν, όμως, οι Ρεπουμπλικανοί επικρατήσουν σε μεγάλο μέρος τους, θα μπορούν να υποστηρίξουν ότι περιόρισαν το αναμενόμενο «κύμα».

Η Βουλή και η Γερουσία δεν ακολουθούν αναγκαστικά την ίδια εκλογική κατεύθυνση. Τόσο το 2018 όσο και το 2022, το κόμμα του Προέδρου έχασε την πλειοψηφία στη Βουλή, αλλά ενίσχυσε την παρουσία του στη Γερουσία.

Το 2018, οι Ρεπουμπλικανοί κέρδισαν τέσσερις έδρες που κατείχαν οι αντίπαλοί τους και οι Δημοκρατικοί δύο, αφήνοντας στο κόμμα του Τραμπ καθαρό κέρδος δύο εδρών, παρά τη χαμηλή δημοτικότητά του. Το 2022, οι Δημοκρατικοί αύξησαν τη δύναμή τους κατά μία έδρα, παρά το δυσμενές εθνικό κλίμα για τον Μπάιντεν.

Αν και οι αλλαγές πλειοψηφίας στο Κογκρέσο είναι συχνές, η ταυτόχρονη αλλαγή ελέγχου και των δύο σωμάτων έχει συμβεί μόνο δύο φορές τα τελευταία 50 χρόνια: το 1994, με τη «ρεπουμπλικανική επανάσταση», και το 2006, με το «δημοκρατικό κύμα» που εκδηλώθηκε στο κλίμα αντίθεσης στον πόλεμο στο Ιράκ.

Τα πρόσωπα πίσω από τις αναμετρήσεις

Η χαμηλή δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ επιβαρύνει τους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους, ενώ οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις τροφοδοτούν τις προσδοκίες των Δημοκρατικών για νίκες σε απρόσμενες πολιτείες. Ωστόσο, κάθε αναμέτρηση έχει τα δικά της χαρακτηριστικά.

Στη Βόρεια Καρολίνα, υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Γερουσία είναι ο δημοφιλής πρώην κυβερνήτης Ρόι Κούπερ. Στην Τζόρτζια, το κόμμα στηρίζει τον νυν γερουσιαστή Τζον Όσοφ. Στο Τέξας, ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος, γενικός εισαγγελέας Κεν Πάξτον, εισέρχεται στην αναμέτρηση με σχετικά χαμηλή δημοτικότητα και με το βάρος σκανδάλων, ενώ ο Δημοκρατικός αντίπαλος του Τζέιμς Ταλαρίκο φέρεται να προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Στο Κάνσας, όπου δεν έχει εκλεγεί Δημοκρατικός γερουσιαστής εδώ και σχεδόν έναν αιώνα, η υποψηφιότητα του μετριοπαθούς πάστορα Αντάμ Χάμιλτον δίνει ελπίδες στο κόμμα.

Οι δημοσκοπήσεις στο Τέξας και στο Κάνσας δείχνουν στενές αναμετρήσεις για τη Γερουσία και το αξίωμα του κυβερνήτη. Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν εδώ και χρόνια να καταστήσουν ανταγωνιστική μια έδρα της Γερουσίας στο Τέξας, όπου δεν έχουν κερδίσει από το 1988.

Υπάρχουν, πάντως, προηγούμενα που δικαιολογούν επιφυλακτικότητα. Στο Κάνσας, το 2014, ένας ανεξάρτητος υποψήφιος προηγούνταν δημοσκοπικά ενός μη δημοφιλούς Ρεπουμπλικάνου, αλλά τελικά ηττήθηκε. Σύμφωνα με αναλυτές μια ανάκαμψη των Ρεπουμπλικάνων στις συγκεκριμένες πολιτείες δεν θα ήταν πρωτοφανής.

Αν επιβεβαιωθεί ένα ευρύτερο «μπλε κύμα», το ενδιαφέρον θα στραφεί και σε βαθύτερα «κόκκινες» πολιτείες. Στη Νότια Καρολίνα, η Δημοκρατική γιατρός Άννι Άντριους, που έχει δεχθεί προσβολές από τον Τραμπ, διεκδικεί την έδρα της Ντάρλιν Γκράχαμ. Η τελευταία διορίστηκε στη θέση που έμεινε κενή μετά τον θάνατο του αδελφού της, Λίντσεϊ Γκράχαμ, φέτος.

Οι οριακές πλειοψηφίες

Οι συσχετισμοί και στα δύο σώματα είναι στενοί. Οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών σε καθένα από τα δύο σώματα του Κογκρέσου για να αποκτήσουν την πλειοψηφία.

Καθώς πλησιάζουν οι εκλογές, οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν 218 βουλευτές στη Βουλή των 435 μελών. Ο μοναδικός ανεξάρτητος, ο Κέβιν Κίλεϊ από την Καλιφόρνια, συντάσσεται μαζί τους σε ζητήματα οργάνωσης του σώματος. Οι Δημοκρατικοί έχουν 214 έδρες, ενώ δύο παραμένουν κενές (μία από κάθε κόμμα).

Στη Γερουσία υπηρετούν 53 Ρεπουμπλικανοί, 45 Δημοκρατικοί και δύο ανεξάρτητοι που συντάσσονται με τους Δημοκρατικούς. Για να ελέγξει το σώμα, η δημοκρατική πλευρά πρέπει να φτάσει τις 51 έδρες, καθώς σε περίπτωση ισοψηφίας αποφασιστική ψήφο έχει ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ως πρόεδρος της Γερουσίας.

Ο Τραμπ έχει αναγνωρίσει την ιστορική τάση που θέλει το κόμμα του προέδρου να χάνει έδρες στις ενδιάμεσες εκλογές. Παράλληλα, επιδιώκει να προωθήσει όσο το δυνατόν περισσότερες από τις προτεραιότητές του, σαν να προετοιμάζεται για ένα πιο εχθρικό Κογκρέσο στο δεύτερο μισό της θητείας του.

Η επικράτηση των Δημοκρατικών έστω και σε ένα από τα δύο σώματα θα σήμαινε εντατικότερο έλεγχο της κυβέρνησης, με έρευνες και ακροάσεις. Οι Δημοκρατικοί θα αποκτούσαν επίσης μεγαλύτερη επιρροή στον προϋπολογισμό. Ο Τραμπ έχει επιμείνει στη μη εκταμίευση κονδυλίων που εγκρίνει το Κογκρέσο, αλλά μια δημοκρατική πλειοψηφία και στα δύο σώματα θα μπορούσε να επιδιώξει νέους περιορισμούς μέσω των νομοσχεδίων για τις δαπάνες.

Εντατικές περιοδείες Τραμπ, εμφάνιση Ομπάμα στο Ντιτρόιτ

Ο Ντόναλντ Τραμπ εντείνει τις προεκλογικές του εμφανίσεις, επιδιώκοντας να κινητοποιήσει τη ρεπουμπλικανική βάση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών. Σύμφωνα με το NPR, παρότι είχε δεσμευθεί να στηρίξει υποψηφίους σε ανταγωνιστικές περιφέρειες, σημαντικό μέρος των περιοδειών του πραγματοποιείται σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικές πολιτείες. Οι επισκέψεις του περιλαμβάνουν το Οχάιο, το Τέξας, την Οκλαχόμα, το Τενεσί και την Αλάσκα, αποτυπώνοντας την ανάγκη ενίσχυσης υποψηφίων ακόμη και σε περιοχές όπου είχε επικρατήσει άνετα το 2024.

Στις 19 Οκτωβρίου βρέθηκε στο Κάνσας για να στηρίξει τον Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή Ρότζερ Μάρσαλ, ο οποίος αντιμετωπίζει ισχυρή πρόκληση από τον Δημοκρατικό Άνταμ Χάμιλτον. Παράλληλα, προγραμματίζεται εμφάνιση του στο Μίσιγκαν στις 25 Οκτωβρίου, μία ημέρα μετά την προεκλογική συγκέντρωση του Μπαράκ Ομπάμα στο Ντιτρόιτ.

Ο Μπαράκ Ομπάμα αναμένεται να εμφανιστεί στις 24 Οκτωβρίου στο Ντιτρόιτ, στο πλευρό του υποψηφίου των Δημοκρατικών για τη Γερουσία, Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ, και της υποψήφιας κυβερνήτη Τζόσελιν Μπένσον. Η συγκέντρωση εντάσσεται στην προσπάθεια κινητοποίησης των ψηφοφόρων σε κρίσιμα τμήματα της εκλογικής βάσης των Δημοκρατικών, ενώ βρισκόμαστε στην τελική ευθεία της αναμέτρησης.

Η παρέμβασή του Ομπάμα έρχεται ενώ ο Ελ Σαγιέντ δυσκολεύεται να συσπειρώσει Αφροαμερικανούς και Εβραίους ψηφοφόρους, σύμφωνα με τη Washington Post.

Πηγή – Cyprus Times (ΚΥΠΕ)

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.