Ροή ΕιδήσεωνΜονή Αββακούμ: Το Ανώτατο ακύρωσε το διάταγμα για τα βίντεο
Μια σημαντική δικαστική εξέλιξη στην πολύκροτη υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ καταγράφεται με ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Ανώτατο δικαίωσε τον πρώην ηγούμενο της Μονής, ακυρώνοντας το δικαστικό διάταγμα με το οποίο είχε…
4 Νοεμβρίου 2026 · 15:23
Μια σημαντική δικαστική εξέλιξη στην πολύκροτη υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ καταγράφεται με ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Ανώτατο δικαίωσε τον πρώην ηγούμενο της Μονής, ακυρώνοντας το δικαστικό διάταγμα με το οποίο είχε επιτραπεί στην Αστυνομία να κατακρατεί τρεις ηλεκτρονικές συσκευές που περιέχουν βίντεο από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του μοναστηριού.
Η δικαίωση, ωστόσο, έχει συγκεκριμένα όρια.
Το Ανώτατο έκρινε ότι το διάταγμα εκδόθηκε χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, αλλά ταυτόχρονα ξεκαθάρισε ότι η Αστυνομία δικαιούται να εξακολουθήσει να κατέχει τις συσκευές, επειδή αυτές της παραδόθηκαν οικειοθελώς στο πλαίσιο διερεύνησης ποινικών αδικημάτων.
Με άλλα λόγια, ακυρώθηκε η δικαστική απόφαση που επέτρεπε την κατακράτηση των τεκμηρίων, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι η Αστυνομία οφείλει να τα επιστρέψει.
Πρόκειται για μια κρίσιμη διάκριση, καθώς ο πρώην ηγούμενος πέτυχε την ακύρωση του διατάγματος, όχι όμως και την απομάκρυνση του επίμαχου υλικού από τα χέρια των ανακριτικών αρχών.
Πώς βρέθηκαν τα βίντεο στην Αστυνομία
Η υπόθεση αφορά τρεις ηλεκτρονικές συσκευές που περιέχουν οπτικοακουστικό υλικό από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Μονής Οσίου Αββακούμ.
Σύμφωνα με τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην απόφαση, ο Μητροπολίτης Ταμασσού είχε καταγγείλει τον τότε ηγούμενο για φερόμενα αδικήματα οικονομικής φύσης.
Η καταγγελία στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, σε πληροφορίες που είχε λάβει από τον αρχιμανδρίτη Βαρνάβα, μέλος της αδελφότητας, ο οποίος είχε πρόσβαση στο σύστημα παρακολούθησης.
Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της Αστυνομίας, το σύστημα είχε εγκατασταθεί στη Μονή εν γνώσει των μοναχών, περιλαμβανομένου του τότε ηγουμένου.
Στο πλαίσιο των γεγονότων που ακολούθησαν, ο Μητροπολίτης παρέλαβε κινητή περιουσία από τη Μονή, μεταξύ της οποίας και τις τρεις επίμαχες συσκευές, οι οποίες μεταφέρθηκαν στη Μητρόπολη Ταμασσού.
Ακολούθησαν καταγγελίες από τον πρώην ηγούμενο και άλλους μοναχούς εναντίον του Μητροπολίτη, του αρχιμανδρίτη Βαρνάβα και άλλων προσώπων για διάφορα φερόμενα ποινικά αδικήματα.
Μεταξύ των καταγγελιών περιλαμβάνονταν και ισχυρισμοί για παραβίαση της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Για τη διερεύνηση συγκροτήθηκε ειδική ανακριτική ομάδα, στην οποία ο αρχιμανδρίτης Βαρνάβας παρέδωσε οικειοθελώς τις τρεις ηλεκτρονικές συσκευές.
Αυτό το τελευταίο γεγονός αποδείχθηκε καθοριστικό για την κατάληξη της δικαστικής διαδικασίας.
Οι διαρροές και οι ποινικές έρευνες
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά της απόφασης στη διαρροή βίντεο στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.
Μετά τις διαρροές, η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα διενήργησε αυτεπάγγελτο έλεγχο.
Σύμφωνα με όσα καταγράφονται στη δικαστική απόφαση, από τον έλεγχο προέκυψαν ζητήματα ποινικής ευθύνης που αφορούσαν τον πρώην ηγούμενο, τον Μητροπολίτη Ταμασσού και τον αρχιμανδρίτη Βαρνάβα για την εγκατάσταση και λειτουργία του κλειστού κυκλώματος, καθώς και την επεξεργασία των δεδομένων που καταγράφηκαν.
Σχηματίστηκε ποινικός φάκελος, ο οποίος, μετά την ολοκλήρωση των ανακρίσεων, διαβιβάστηκε στη Νομική Υπηρεσία.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, δόθηκαν οδηγίες για ποινική δίωξη των τριών προσώπων για αδικήματα που σχετίζονται με τη νομοθεσία περί προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Η Αστυνομία έκρινε ότι οι συγκεκριμένες συσκευές ήταν αναγκαίες ως τεκμήρια και γι’ αυτό προσέφυγε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.
Στις 3 Ιουλίου 2025 εκδόθηκε διάταγμα κατακράτησης των συσκευών μέχρι την ολοκλήρωση της σχετικής ποινικής διαδικασίας.
Η παραδοξότητα
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της απόφασης αφορά τη στάση του πρώην ηγουμένου απέναντι στα ίδια τεκμήρια.
Το Ανώτατο επισήμανε ότι ο μοναχός Νεκτάριος είχε καταγγείλει τον Μητροπολίτη Ταμασσού για παραβίαση των προσωπικών του δεδομένων, αλλά στη συνέχεια αμφισβήτησε τη νομιμότητα του διατάγματος κατακράτησης των συσκευών που η Αστυνομία θεωρούσε απαραίτητες για τη διερεύνηση και της δικής του καταγγελίας.
Το Δικαστήριο χαρακτήρισε την κατάσταση παράδοξη, επισημαίνοντας ουσιαστικά ότι ο ίδιος παραπονιόταν για την κατακράτηση στοιχείων τα οποία μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη διερεύνηση των αδικημάτων που είχε καταγγείλει.
Η επισήμανση αυτή, ωστόσο, δεν επηρέασε την τελική κρίση για τη νομιμότητα του διατάγματος.
Το Ανώτατο διαχώρισε την ανάγκη διερεύνησης των καταγγελιών από το αν το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε την προβλεπόμενη από τον νόμο εξουσία να εκδώσει το συγκεκριμένο διάταγμα.
Η δικαστική διαδρομή
Η υπόθεση πέρασε από διαδοχικές δικαστικές διαδικασίες.Αρχικά, στις 31 Ιουλίου 2025, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε απορρίψει το αίτημα του πρώην ηγουμένου να του δοθεί άδεια για να προχωρήσει σε διαδικασία ακύρωσης του διατάγματος.
Ο μοναχός Νεκτάριος άσκησε έφεση και στις 9 Φεβρουαρίου 2026 πέτυχε την ανατροπή εκείνης της απόφασης.
Το Ανώτατο έκρινε τότε ότι υπήρχε συζητήσιμη υπόθεση και του επέτρεψε να προχωρήσει στην ουσιαστική εξέταση της προσφυγής του.
Η εξέλιξη αυτή δεν σήμαινε ότι είχε ήδη κερδίσει την υπόθεση. Σήμαινε ότι μπορούσε πλέον να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα επιχειρήματά του για τη νομιμότητα του διατάγματος.
Όταν η αίτηση εξετάστηκε επί της ουσίας, απορρίφθηκε.
Το πρωτόδικο Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το διάταγμα κατακράτησης ήταν περιττό, αφού η Αστυνομία είχε ήδη νόμιμα στην κατοχή της τις συσκευές, οι οποίες δεν είχαν κατασχεθεί κατόπιν έρευνας αλλά είχαν παραδοθεί οικειοθελώς.
Κατά την πρωτόδικη κρίση, η έκδοση ενός μη αναγκαίου διατάγματος δεν επηρέαζε τη νομιμότητα της κατοχής των συσκευών από την Αστυνομία και δεν δικαιολογούσε την ακύρωσή του.
Ο πρώην ηγούμενος προσέβαλε εκ νέου την απόφαση και αυτή τη φορά πέτυχε την ανατροπή της.
Γιατί ακυρώθηκε το διάταγμα
Η ουσία της απόφασης βρίσκεται στην ερμηνεία του άρθρου 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Η συγκεκριμένη διάταξη επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων κατακράτησης αντικειμένων που έχουν κατασχεθεί στο πλαίσιο νόμιμης έρευνας, είτε με δικαστικό ένταλμα είτε στις περιπτώσεις που ο νόμος επιτρέπει έρευνα χωρίς ένταλμα.
Στην υπόθεση της Μονής Αββακούμ, όμως, δεν είχε προηγηθεί τέτοια κατάσχεση.
Οι συσκευές είχαν παραδοθεί οικειοθελώς στην Αστυνομία από τον αρχιμανδρίτη Βαρνάβα.
Το Ανώτατο συμφώνησε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το άρθρο 32 δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Διαφώνησε, ωστόσο, με το συμπέρασμα ότι το διάταγμα μπορούσε να παραμείνει σε ισχύ επειδή ήταν απλώς περιττό.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον το διάταγμα στηρίχθηκε αποκλειστικά σε νομοθετική διάταξη που δεν εφαρμοζόταν, έπρεπε να ακυρωθεί.
Οι τρεις δικαστές κατέληξαν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε το διάταγμα χωρίς νομική εξουσιοδότηση και υπερβαίνοντας τη δικαιοδοσία του.
Πρόκειται για σαφή διαπίστωση νομικού σφάλματος, η οποία οδήγησε στην ακύρωση τόσο της προηγούμενης απορριπτικής απόφασης όσο και του αρχικού διατάγματος κατακράτησης.
Γιατί η Αστυνομία μπορεί να κρατήσει τις συσκευές
Παρά την αποδοχή των βασικών επιχειρημάτων του πρώην ηγουμένου, το Ανώτατο απέκλεισε το ενδεχόμενο η ακύρωση του διατάγματος να σημαίνει αυτομάτως ότι η Αστυνομία κατέχει παράνομα τις συσκευές.
Το σκεπτικό είναι ότι η νομιμότητα της κατοχής τους δεν εξαρτιόταν από το ακυρωθέν διάταγμα. Οι συσκευές είχαν περιέλθει στην κατοχή της Αστυνομίας με οικειοθελή παράδοση, στο πλαίσιο νόμιμης ποινικής διερεύνησης.
Επομένως, η ακύρωση του διατάγματος δεν αφαιρεί από την Αστυνομία το δικαίωμα να εξακολουθήσει να τις κατέχει. Αυτό είναι και το ουσιαστικό όριο της δικαίωσης του πρώην ηγουμένου. Κέρδισε τη δικαστική μάχη για τη νομιμότητα του διατάγματος, αλλά δεν πέτυχε να στερήσει από τους ανακριτές την κατοχή των τεκμηρίων.
Άλλο η κατοχή και άλλο η πρόσβαση
Το Ανώτατο εξέτασε επίσης τους ισχυρισμούς του πρώην ηγουμένου για παραβίαση της ιδιωτικής ζωής, της προστασίας προσωπικών δεδομένων και της θρησκευτικής ελευθερίας.
Ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης απορρίφθηκε.
Οι δικαστές διευκρίνισαν ότι η κατοχή μιας ηλεκτρονικής συσκευής από την Αστυνομία δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικών επικοινωνιών.
Επίσης, η κατοχή της συσκευής δεν παρέχει από μόνη της δικαίωμα πρόσβασης σε τέτοιες επικοινωνίες.
Το Ανώτατο παρέπεμψε σε προηγούμενη νομολογία, η οποία διαχωρίζει την παραλαβή ενός αντικειμένου που ενδέχεται να περιέχει ιδιωτική επικοινωνία από την πρόσβαση στην ίδια την επικοινωνία.
Η δεύτερη περίπτωση υπόκειται σε ιδιαίτερες νομικές εγγυήσεις και προϋποθέσεις.
Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ότι η απλή κατοχή των συσκευών παραβίαζε τα δικαιώματα του πρώην ηγουμένου.
Παράλληλα, δεν αποφάσισε ότι επιτρέπεται οποιαδήποτε πρόσβαση ή επεξεργασία του περιεχομένου τους.
Τόνισε ακόμη ότι το αν οι συσκευές και το υλικό που περιέχουν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία σε ενδεχόμενη ποινική δίκη είναι διαφορετικό νομικό ζήτημα, το οποίο δεν μπορούσε να κριθεί στην παρούσα διαδικασία.
Ενδεχόμενες παραβιάσεις δικαιωμάτων από άλλες πράξεις των ανακριτικών αρχών μπορούν να εξεταστούν με διαφορετικά ένδικα μέσα.
Την ομόφωνη απόφαση εξέδωσαν οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α. Δαυίδ και Αλ. Παναγιώτου.Τον πρώην ηγούμενο εκπροσώπησαν οι δικηγόροι Κ. Ευσταθίου και Μ. Κέστορος, από το δικηγορικό γραφείο Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ.
Για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εμφανίστηκε ο δικηγόρος της Δημοκρατίας Β. Μπίσσας, μαζί με την ασκούμενη δικηγόρο Χ. Αλεξάνδρου.
Το Ανώτατο έκανε δεκτούς τους τρεις πρώτους λόγους έφεσης του πρώην ηγουμένου, που αφορούσαν τη νομιμότητα και τις συνέπειες της έκδοσης του διατάγματος χωρίς την απαιτούμενη νομοθετική βάση. Απέρριψε τον τέταρτο λόγο, που αφορούσε την προβαλλόμενη παραβίαση δικαιωμάτων σχετικά με την κατακράτηση και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
Με την τελική απόφαση εκδόθηκε προνομιακό ένταλμα Certiorari, με το οποίο ακυρώθηκε το διάταγμα κατακράτησης της 3ης Ιουλίου 2025.
Ακυρώθηκε επίσης η προηγούμενη πρωτόδικη απόφαση, ενώ τα δικαστικά έξοδα των δύο διαδικασιών επιδικάστηκαν υπέρ του πρώην ηγουμένου.
Η δικαστική εξέλιξη κλείνει τη συγκεκριμένη διαφορά για τη νομιμότητα του διατάγματος, όχι όμως και τα ζητήματα που αφορούν την αξιοποίηση του υλικού από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Μονής Οσίου Αββακούμ.
Οι τρεις ηλεκτρονικές συσκευές παραμένουν νόμιμα στην κατοχή της Αστυνομίας, ενώ η δυνατότητα χρησιμοποίησης του περιεχομένου τους ως μαρτυρίας θα κριθεί, εφόσον χρειαστεί, στο πλαίσιο της αρμόδιας ποινικής διαδικασίας.
Πηγή – Cyprus Times









