Ελλάδα«Η ουσία είναι ότι όλοι ήξεραν» – Η φράση που συγκλόνισε στη δίκη Στυλιανού
Σοβαρά ερωτήματα για την προστασία του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου και την ανταπόκριση των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών επαναφέρει η μαρτυρία της προϊστάμενης νοσηλεύτριας των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, Κυριακής Ιωάννου, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η…
16 Οκτωβρίου 2026 · 19:23
Σοβαρά ερωτήματα για την προστασία του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου και την ανταπόκριση των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών επαναφέρει η μαρτυρία της προϊστάμενης νοσηλεύτριας των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, Κυριακής Ιωάννου, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η αναφορά της ότι οι συνθήκες διαβίωσης του παιδιού ήταν γνωστές, χωρίς να απομακρυνθεί από το οικογενειακό του περιβάλλον, φέρνει ξανά στο προσκήνιο το κρίσιμο ερώτημα: ποιος γνώριζε και τι έκανε για να το προστατεύσει;
Με την ολοκλήρωση της αντεξέτασης της Κυριακής Ιωάννου συνεχίστηκε την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου η δικαστική διαδικασία για τις συνθήκες θανάτου του Στυλιανού Κωνσταντίνου, ο οποίος έχασε τη ζωή του τον Σεπτέμβριο του 2019, σε ηλικία μόλις 14 ετών.
Η μάρτυρας, η οποία είχε αναλάβει τη στήριξη της μητέρας του παιδιού κατά την περίοδο 2010–2012, αναφέρθηκε στις συνθήκες που επικρατούσαν στην οικογένεια, στις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο ανήλικος και στην επικοινωνία που υπήρχε με τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Η πλέον ηχηρή τοποθέτηση της νοσηλεύτριας αφορούσε το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωνε ο Στυλιανός.
«Το ήξεραν οι πάντες και δεν μετακινήθηκε αυτό το παιδί», ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η δήλωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η μάρτυρας περιέγραψε το οικογενειακό περιβάλλον ως κακοποιητικό, εκφράζοντας τη θέση ότι οι συνθήκες ήταν γνωστές χωρίς να υπάρξει η αναγκαία απομάκρυνση του παιδιού.
Η κατάθεση επαναφέρει στο προσκήνιο τις ευθύνες των μηχανισμών παιδικής προστασίας και το κατά πόσο οι πληροφορίες που υπήρχαν αξιολογήθηκαν και αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο εάν οι υπηρεσίες είχαν ενημερωθεί, αλλά ποιες συγκεκριμένες ενέργειες έγιναν, πώς αξιολογήθηκε ο κίνδυνος και γιατί δεν προέκυψε διαφορετική παρέμβαση για την προστασία του ανηλίκου.
Στη διάρκεια της αντεξέτασης έγινε αναφορά σε τηλεφωνική επικοινωνία της μητέρας με τη νοσηλεύτρια τον Μάρτιο του 2011.
Η μητέρα είχε αναφέρει ότι τα προβλήματα στο σχολείο συνεχίζονταν και ότι ο Στυλιανός παρουσίαζε συμπεριφορές που προκαλούσαν ανησυχία.
Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι το παιδί δεν έμπαινε στην τάξη, δεν καθόταν στο θρανίο του και χτυπούσε το κεφάλι του στο θρανίο.
Παράλληλα, είχε καταγγείλει ότι άλλα παιδιά ασκούσαν σχολικό εκφοβισμό σε βάρος του.
Οι αναφορές αυτές καταδεικνύουν ότι είχαν εκφραστεί ανησυχίες για τη σχολική καθημερινότητα και την ψυχολογική κατάσταση του παιδιού αρκετά χρόνια πριν από τον θάνατό του.
Ερωτηθείσα για τον χειρισμό τέτοιων περιστατικών, η Κυριακή Ιωάννου διευκρίνισε ότι η αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού εμπίπτει στις αρμοδιότητες του σχολείου και του Υπουργείου Παιδείας.
Η συγκεκριμένη αναφορά θέτει το ζήτημα του συντονισμού ανάμεσα στις εκπαιδευτικές, κοινωνικές και υγειονομικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι ένα παιδί αντιμετωπίζει πολλαπλές δυσκολίες.
Σημαντικό μέρος της αντεξέτασης επικεντρώθηκε στην ψυχολογική κατάσταση της μητέρας του Στυλιανού κατά την περίοδο που συνεργαζόταν με τη νοσηλεύτρια.
Ο δικηγόρος της μητέρας, Άγγελος Ιωάννου, ζήτησε διευκρινίσεις για προηγούμενη αναφορά της μάρτυρος ότι η μητέρα παρουσίαζε κατάθλιψη, αλλά ήταν λειτουργική.
Η Κυριακή Ιωάννου εξήγησε ότι η μητέρα εργαζόταν, οδηγούσε, μετέφερε τα παιδιά στο σχολείο και ανταποκρινόταν σε βασικές υποχρεώσεις της καθημερινότητας.
Παράλληλα, επικοινωνούσε με κοινωνική λειτουργό, απευθυνόταν στην Αστυνομία και ζητούσε βοήθεια.
Η μάρτυρας υπογράμμισε ότι οι συγκεκριμένες ενέργειες αποτελούσαν ενδείξεις λειτουργικότητας.
Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η ίδια δεν προβαίνει σε ψυχιατρικές διαγνώσεις και ότι ο επαγγελματικός της ρόλος ήταν η παροχή υποστήριξης.
Κατά την αντεξέταση εξετάστηκε επίσης κατά πόσο η ψυχολογική κατάσταση της μητέρας μπορούσε να βρίσκεται σε ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ κατάθλιψης και σοβαρότερης ψυχιατρικής διαταραχής.
Η νοσηλεύτρια ανέφερε ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήταν πιθανό, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι δεν ήταν αρμόδια να προχωρήσει σε σχετική διάγνωση.
Είπε επίσης ότι, κατά την εκτίμησή της, η μητέρα δεν παρουσίαζε παραληρηματική ψυχωτική κατάθλιψη.
Οι συγκεκριμένες αναφορές εξετάστηκαν στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας, κατά την οποία η μητέρα είναι η δεύτερη κατηγορούμενη.
Η Κυριακή Ιωάννου αναφέρθηκε και σε επικοινωνία που είχε με τη μητέρα στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Όπως κατέθεσε, η μητέρα επικοινώνησε μαζί της ζητώντας εκ νέου συνεργασία. Στη συνέχεια ανέφερε ότι θα το σκεφτόταν, χωρίς να επανέλθει.
Η νοσηλεύτρια δήλωσε ότι ενημερώθηκε το Γραφείο Ευημερίας ώστε να εξετάσει την κατάσταση της οικογένειας, καθώς η υπηρεσία στην οποία εργαζόταν παρείχε υποστήριξη κατόπιν αιτήματος των γονέων.
Σε ερώτηση κατά πόσο αυτή ήταν ενδεχομένως η τελευταία επικοινωνία της μητέρας με τη συγκεκριμένη υπηρεσία, εξήγησε ότι η ίδια είχε αποχωρήσει από τη θέση της λόγω προαγωγής.
Πρόσθεσε ότι τυχόν μεταγενέστερη επικοινωνία θα έπρεπε να έχει καταγραφεί στον σχετικό φάκελο.
Η μαρτυρία της Κυριακής Ιωάννου αναδεικνύει εκ νέου την ανάγκη να αποσαφηνιστεί η διαχείριση των πληροφοριών που είχαν φτάσει στις αρμόδιες υπηρεσίες.
Οι αναφορές για προβλήματα στο οικογενειακό περιβάλλον, σχολικό εκφοβισμό και ανησυχητικές συμπεριφορές δημιουργούν ερωτήματα για την αξιολόγηση της κατάστασης του παιδιού και τον συντονισμό των εμπλεκόμενων φορέων.
Η διαπίστωση συγκεκριμένων ευθυνών αποτελεί αντικείμενο της δικαστικής διαδικασίας και δεν μπορεί να προδικαστεί πριν από την ολοκλήρωσή της.
Ωστόσο, η δήλωση της μάρτυρος ότι οι συνθήκες ήταν γνωστές, χωρίς να μετακινηθεί το παιδί, επαναφέρει με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα της αποτελεσματικότητας του συστήματος παιδικής προστασίας.
Η δικαστική διαδικασία θα συνεχιστεί τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, με την κατάθεση νέων μαρτύρων.
Πηγή – Διάλογος








