Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 27°
Κύπρος

Η λεγεωνέλλα χτυπά «καμπανάκι» στα νοσηλευτήρια – «Δεν αρκεί να αντιδρούμε όταν εμφανιστεί ένα κρούσμα»

Περιστατικά, όπως το πρόσφατο με την παρουσία Λεγεωνέλλας σε νοσηλευτήριο, πρέπει να αποτελούν αφορμή για ενίσχυση της επιστημονικής επαγρύπνησης και των συστημάτων πρόληψης, όχι μόνο σε ένα συγκεκριμένο νοσηλευτήριο, αλλά συνολικά στο σύστημα υγείας,…

21 Οκτωβρίου 2026 · 10:44

      


Περιστατικά, όπως το πρόσφατο με την παρουσία Λεγεωνέλλας σε νοσηλευτήριο, πρέπει να αποτελούν αφορμή για ενίσχυση της επιστημονικής επαγρύπνησης και των συστημάτων πρόληψης, όχι μόνο σε ένα συγκεκριμένο νοσηλευτήριο, αλλά συνολικά στο σύστημα υγείας, δήλωσε στο ΚΥΠΕ, η Καθηγήτρια Παιδιατρικής και Επιδημιολογίας, Αναπληρώτρια Κοσμήτορας Έρευνας Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας (UNIC), Ζωή Δωροθέα Πανά, σημειώνοντας παράλληλα ότι η πρόληψη των λοιμώξεων αποτελεί θεμελιώδη δείκτη ποιότητας και ασφάλειας των υπηρεσιών υγείας

«Παρότι η νόσος των Λεγεωναρίων εμφανίζεται συχνότερα σε ενήλικες, ιδίως ηλικιωμένους και ανοσοκατεσταλμένους, μπορεί σπανιότερα να προσβάλει νεογνά, στα οποία ενδέχεται να προκαλέσει ιδιαίτερα σοβαρή λοίμωξη», ανέφερε η κ. Πανά.

Είναι σημαντικό, εξήγησε, «να διαχωρίζουμε τρία διαφορετικά ζητήματα: την κλινική αντιμετώπιση του νεογνού, την επιδημιολογική διερεύνηση της πιθανής πηγής έκθεσης και την αξιολόγηση των μέτρων πρόληψης και ελέγχου στο νοσηλευτήριο».

«Πρόκειται για αλληλένδετες, αλλά επιστημονικά διακριτές διαδικασίες», πρόσθεσε.

Ερωτηθείσα γιατί τα νεογνά θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτα στη λεγεωνέλλα και ποιοι μηχανισμοί άμυνας δεν έχουν αναπτυχθεί πλήρως, η κ. Πανά είπε ότι τα νεογνά αποτελούν μια ιδιαίτερη πληθυσμιακή ομάδα, καθώς το ανοσοποιητικό τους σύστημα βρίσκεται ακόμη σε φάση ανάπτυξης και λειτουργικής ωρίμανσης.

«Αυτό δεν σημαίνει ότι στερούνται ανοσολογικής προστασίας, αλλά ότι ορισμένοι μηχανισμοί άμυνας δεν λειτουργούν ακόμη με την ίδια αποτελεσματικότητα όπως στους μεγαλύτερους οργανισμούς», σημείωσε.

«Η Legionella pneumophila, το κυριότερο βακτηριακό είδος που προκαλεί τη νόσο των Λεγεωναρίων, έχει την ιδιαίτερη ικανότητα να επιβιώνει και να πολλαπλασιάζεται μέσα στα μακροφάγα, δηλαδή κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος που φυσιολογικά συμβάλλουν στην εξουδετέρωση των μικροοργανισμών», ανέφερε.

«Η αποτελεσματική αντιμετώπισή της εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την κυτταρική ανοσία και την κατάλληλη ενεργοποίηση των μακροφάγων», συμπλήρωσε.

Η κ. Πανά σημείωσε ότι στα νεογνά παρατηρούνται αναπτυξιακές ιδιαιτερότητες τόσο της έμφυτης όσο και της επίκτητης ανοσολογικής απόκρισης, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας των φαγοκυττάρων, της παραγωγής συγκεκριμένων κυτταροκινών και της Τ-κυτταρικής ανοσίας.

«Επιπλέον, οι αναπνευστικοί μηχανισμοί άμυνας, όπως η βλεννοκροσσωτή κάθαρση, βρίσκονται ακόμη σε διαδικασία ωρίμανσης», είπε.

Τα νεογνά, εξήγησε, «έχουν επίσης μικρότερα αποθέματα αναπνευστικής λειτουργίας, με αποτέλεσμα μια σοβαρή πνευμονική λοίμωξη να μπορεί να οδηγήσει ταχύτερα σε αναπνευστική επιβάρυνση».

Σύμφωνα με την ίδια, «ιδιαίτερα ευάλωτα μπορεί να είναι τα πρόωρα νεογνά, καθώς και όσα παρουσιάζουν υποκείμενα νοσήματα ή χρειάζονται εντατική υποστήριξη».

«Πρέπει, ωστόσο, να τονίσουμε ότι η νεογνική λεγεωνέλλωση είναι εξαιρετικά σπάνια», επισήμανε, προσθέτοντας ότι η επιστημονική γνώση σχετικά με τη συχνότητα, τους ειδικούς παράγοντες κινδύνου και την πρόγνωσή της προέρχεται κυρίως από δημοσιευμένες περιπτώσεις και μικρές σειρές περιστατικών.

Σε ερώτηση ποια είναι τα τυπικά συμπτώματα σε ένα νεογνό λίγων ημερών και πόσο εύκολη είναι η έγκαιρη διάγνωση, η κ. Πανά είπε ότι η  νόσος των Λεγεωναρίων αποτελεί σοβαρή μορφή βακτηριακής πνευμονίας. Στα νεογνά, όμως, η κλινική εικόνα μπορεί να είναι μη ειδική και να μοιάζει με άλλες σοβαρές νεογνικές λοιμώξεις.

Όπως ανέφερε, τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν ταχύπνοια, αναπνευστική δυσχέρεια, υποξαιμία ή επεισόδια άπνοιας, πυρετό ή, αντιθέτως, υποθερμία, μειωμένη σίτιση, λήθαργο, υποτονία ή ευερεθιστότητα, προοδευτική επιδείνωση της αναπνευστικής λειτουργίας και, σε σοβαρές περιπτώσεις, αναπνευστική ανεπάρκεια.

«Η διάγνωση είναι ιδιαίτερα απαιτητική, επειδή τα συμπτώματα δεν είναι ειδικά για τη λεγεωνέλλα. Επιπλέον, η λοίμωξη είναι τόσο σπάνια στη νεογνική ηλικία ώστε δεν περιλαμβάνεται πάντοτε στις αρχικές διαγνωστικές υποψίες», είπε.

 Η εργαστηριακή διερεύνηση μπορεί να περιλαμβάνει μοριακές εξετάσεις, όπως PCR σε κατάλληλα δείγματα από το κατώτερο αναπνευστικό σύστημα, καθώς και καλλιέργεια σε ειδικά θρεπτικά υλικά. Η ανίχνευση αντιγόνου στα ούρα μπορεί να βοηθήσει, αλλά έχει σημαντικό περιορισμό: ανιχνεύει κυρίως τη Legionella pneumophila οροομάδας 1 και επομένως ένα αρνητικό αποτέλεσμα δεν αποκλείει τη νόσο. Η επιλογή και η ερμηνεία των εξετάσεων στα νεογνά απαιτούν εξειδικευμένη αξιολόγηση», πρόσθεσε.

Σημείωσε ότι το ουσιαστικό μήνυμα είναι ότι η έγκαιρη κλινική υποψία, η κατάλληλη εργαστηριακή διάγνωση και η άμεση έναρξη αποτελεσματικής θεραπείας αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την αντιμετώπιση της λοίμωξης.

Απαντώντας σε ερώτηση ποιες είναι οι πιθανές μακροχρόνιες επιπλοκές για ένα νεογνό που ξεπερνά τον άμεσο κίνδυνο, η κ. Πανά είπε ότι η μακροχρόνια πρόγνωση εξαρτάται κυρίως από τη βαρύτητα της αρχικής πνευμονικής λοίμωξης, την έκταση της πνευμονικής βλάβης, τη διάρκεια της αναπνευστικής υποστήριξης και την παρουσία τυχόν επιπλοκών.

«Σε σοβαρές περιπτώσεις πνευμονίας, ανεξαρτήτως του υπεύθυνου μικροοργανισμού, μπορεί να παρατηρηθούν παρατεταμένες διαταραχές της αναπνευστικής λειτουργίας ή ανάγκη για μακροχρόνια παρακολούθηση», ανέφερε.

Αναφέρθηκε σε πιθανές επιπλοκές σοβαρής νεογνικής πνευμονίας, οποίες περιλαμβάνουν επίμονες αναπνευστικές δυσκολίες και, σε περιπτώσεις σημαντικής πνευμονικής βλάβης, δομικές αλλοιώσεις του πνευμονικού παρεγχύματος. «Εάν η λοίμωξη συνοδεύτηκε από παρατεταμένη σοβαρή υποξαιμία ή πολυοργανική δυσλειτουργία, ενδέχεται να χρειάζεται και αναπτυξιακή ή νευρολογική παρακολούθηση», σημείωσε.

Ωστόσο, συνέχισε η κ. Πανά, χρειάζεται επιστημονική προσοχή: δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ώστε να προσδιορίσουμε με αξιοπιστία τη συχνότητα μόνιμων επιπλοκών ειδικά μετά από νεογνική λεγεωνέλλωση.

«Δεν θα ήταν σωστό να θεωρήσουμε ότι κάθε νεογνό που αναρρώνει θα παρουσιάσει μακροχρόνια προβλήματα. Αντίθετα, η πλήρης ανάρρωση είναι εφικτή. Η παρακολούθηση πρέπει να εξατομικεύεται με βάση την κλινική πορεία του παιδιού», συμπλήρωσε.

Τρόπος μετάδοσης, δίκτυα ύδρευσης και επιδημιολογική ιχνηλάτηση

———————

Ερωτηθείσα πώς μπορεί να μολυνθεί ένα νεογνό σε νοσοκομειακό περιβάλλον, η κ. Πανά είπε ότι η  λεγεωνέλλα είναι ένα περιβαλλοντικό, υδατογενές βακτήριο που μπορεί να επιβιώνει και να πολλαπλασιάζεται σε τεχνητά συστήματα νερού, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξή της.

«Η συνηθέστερη οδός μετάδοσης είναι η εισπνοή πολύ μικρών σταγονιδίων νερού, των λεγόμενων αερολυμάτων, που περιέχουν το βακτήριο. Σε ένα νοσηλευτήριο, πιθανά σημεία έκθεσης μπορεί να περιλαμβάνουν βρύσες, ντους και άλλες εγκαταστάσεις ή συσκευές που παράγουν αερολύματα από μολυσμένο νερό», πρόσθεσε.

Στα νεογνά, είπε η κ. Πανά, υπάρχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες που χρειάζονται προσοχή.

«Η έκθεση μπορεί να σχετίζεται με τη χρήση νερού κατά το μπάνιο ή την ατομική υγιεινή, εφόσον δημιουργούνται μολυσμένα σταγονίδια που εισπνέονται, τη χρήση συσκευών αναπνευστικής φροντίδας ή υγραντήρων, εάν χρησιμοποιηθεί ακατάλληλο ή μικροβιολογικά μολυσμένο νερό και τη μικροεισρόφηση νερού που περιέχει λεγεωνέλλα, ιδιαίτερα σε ευάλωτους ασθενείς», ανέφερε.

Εδώ, σημείωσε, «είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε ότι οι ιατρικές συσκευές αναπνευστικής υποστήριξης πρέπει να χρησιμοποιούν το κατάλληλο αποστειρωμένο νερό, σύμφωνα με τις προδιαγραφές του κατασκευαστή και τα πρωτόκολλα πρόληψης λοιμώξεων, και όχι απλό νερό βρύσης».

Ανέφερε, επίσης, ότι η ανίχνευση του βακτηρίου σε δύο σημεία ενός δικτύου ύδρευσης αποτελεί σημαντικό περιβαλλοντικό εύρημα, αλλά δεν αποδεικνύει από μόνη της ποια ήταν η ακριβής οδός μετάδοσης ή ότι τα συγκεκριμένα σημεία προκάλεσαν τη λοίμωξη.

«Αυτό απαιτεί συνδυασμένη κλινική, επιδημιολογική και μικροβιολογική διερεύνηση. Όπου είναι εφικτό, η σύγκριση κλινικών και περιβαλλοντικών απομονώσεων με μοριακές μεθόδους μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την τεκμηρίωση της πιθανής πηγής», συμπλήρωσε.

Σε ερώτηση ποιος είναι ο χρόνος επώασης και πώς βοηθά στον προσδιορισμό του σημείου και του χρόνου μόλυνσης, η κ. Πανά είπε ότι ο συνήθης χρόνος επώασης της νόσου των Λεγεωναρίων είναι περίπου 2 έως 10 ημέρες μετά την έκθεση, αν και έχουν περιγραφεί μεγαλύτερα διαστήματα, έως περίπου 14 ημέρες και σπανιότερα περισσότερο.

«Για τα νεογνά, τα διαθέσιμα δεδομένα είναι περιορισμένα και δεν επιτρέπουν να ορίσουμε με βεβαιότητα έναν ξεχωριστό, ειδικό χρόνο επώασης. Από επιδημιολογική άποψη, ο χρόνος επώασης είναι ιδιαίτερα χρήσιμος, επειδή επιτρέπει στους επιστήμονες να αναζητήσουν τις πιθανές εκθέσεις που προηγήθηκαν της εμφάνισης των συμπτωμάτων», ανέφερε.

Στην περίπτωση ενός νεογνού, εξήγησε, «εξετάζεται αναλυτικά το χρονολόγιο από τη γέννηση έως την εκδήλωση της νόσου: οι χώροι στους οποίους νοσηλεύτηκε, οι διαδικασίες φροντίδας, η χρήση νερού και οι πιθανές πηγές έκθεσης».

«Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι ο χρόνος επώασης δεν μπορεί από μόνος του να προσδιορίσει την ακριβή στιγμή ή την πηγή μόλυνσης. Μπορεί να περιορίσει το πιθανό χρονικό παράθυρο έκθεσης, αλλά η τελική εκτίμηση προκύπτει από το σύνολο των ευρημάτων», συμπλήρωσε.

Σε παρατήρηση ότι ο κίνδυνος εμφάνισης λεγεωνέλλας στα νοσοκομεία δεν μπορεί να εξαλειφθεί απόλυτα, ωστόσο ποια είναι τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης και ελέγχου, η κ. Πανά είπε ότι είναι επιστημονικά ορθό ότι δεν μπορούμε να εγγυηθούμε μηδενικό κίνδυνο παρουσίας λεγεωνέλλας σε κάθε σύστημα ύδρευσης.

«Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος είναι ανεξέλεγκτος ή ότι η εμφάνιση μιας λοίμωξης αποτελεί αναπόφευκτο γεγονός. Αντίθετα, υπάρχουν διεθνώς αναγνωρισμένα μέτρα που μπορούν να περιορίσουν ουσιαστικά τον πολλαπλασιασμό και τη διασπορά του βακτηρίου», πρόσθεσε.

Σημείωσε ότι η λεγεωνέλλα αναπτύσσεται ευνοϊκά σε θερμοκρασίες περίπου 25–45°C, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν στάσιμο νερό, ιζήματα και βιοϋμένια, τα γνωστά biofilms.

«Πρόκειται για μικροβιακές κοινότητες που προσκολλώνται στις εσωτερικές επιφάνειες των σωληνώσεων και μπορούν να προστατεύουν τους μικροοργανισμούς από τις συνήθεις διαδικασίες απολύμανσης», συμπλήρωσε.

Σύμφωνα με τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και των αμερικανικών CDC, είπε η κ. Πανά, κάθε νοσηλευτήριο χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα διαχείρισης της ασφάλειας του νερού (Water Management Program), το οποίο να περιλαμβάνει συστηματικό έλεγχο των θερμοκρασιών.

«Το ζεστό νερό συνιστάται να αποθηκεύεται σε θερμοκρασίες άνω των 60°C και να διατηρείται σε κατάλληλα υψηλή θερμοκρασία κατά την κυκλοφορία του, ενώ το κρύο νερό πρέπει να παραμένει όσο το δυνατόν χαμηλότερα, ιδανικά κάτω από 20°C. Οι τεχνικές ρυθμίσεις πρέπει να συνδυάζονται με προστασία από εγκαύματα, ιδιαίτερα σε νεογνά και παιδιά», πρόσθεσε.

Δεύτερον, είπε, περιλαμβάνει τη διατήρηση αποτελεσματικής απολύμανσης.

«Χρειάζεται παρακολούθηση της συγκέντρωσης του υπολειμματικού απολυμαντικού, όπως του χλωρίου, σε αντιπροσωπευτικά σημεία του δικτύου. Η χλωρίωση, ωστόσο, δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ασφάλειας», σημείωσε.

Τρίτον, είπε, περιλαμβάνει την αποφυγή στασιμότητας του νερού.

«Απαιτείται τακτική ροή, συντήρηση των εγκαταστάσεων και εντοπισμός τμημάτων του δικτύου με περιορισμένη ή μηδενική κυκλοφορία», πρόσθεσε .

Τέταρτον, συνέχισε, περιλαμβάνει τη συστηματική τεχνική συντήρηση, περιλαμβάνει τον έλεγχο δεξαμενών, θερμοσιφώνων, βρυσών, φίλτρων, αεριστήρων και άλλων εξαρτημάτων που ενδέχεται να ευνοούν τη δημιουργία βιοϋμενίων.

Πέμπτον, είπε, περιλαμβάνει την περιβαλλοντική μικροβιολογική επιτήρηση βάσει εκτίμησης κινδύνου.

«Η συχνότητα και τα σημεία δειγματοληψίας πρέπει να καθορίζονται από τη δομή του δικτύου, την παρουσία ευάλωτων ασθενών, το ιστορικό των αποτελεσμάτων και τις ισχύουσες απαιτήσεις», συμπλήρωσε.

Έκτον, ανέφερε, περιλαμβάνει ειδικά μέτρα προστασίας για τις μονάδες υψηλού κινδύνου.

«Σε μονάδες νεογνών, μεταμοσχεύσεων και άλλους χώρους με ιδιαίτερα ευάλωτους ασθενείς, η διαχείριση του νερού πρέπει να λαμβάνει υπόψη την αυξημένη ευπάθεια του πληθυσμού. Ανάλογα με τον κίνδυνο, μπορεί να απαιτούνται κατάλληλα φίλτρα τελικού σημείου και αυστηροί περιορισμοί στη χρήση νερού», πρόσθεσε.

Όπως είπε η κ. Πανά, κεντρικό στοιχείο είναι η ύπαρξη καθορισμένων αρμοδιοτήτων και καταγεγραμμένων διαδικασιών ελέγχου, με συνεργασία της τεχνικής υπηρεσίας, της διοίκησης και της ομάδας πρόληψης και ελέγχου λοιμώξεων.

«Η πρόληψη της λεγεωνέλλας δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια περιστασιακή απολύμανση ή σε μία εργαστηριακή εξέταση. Απαιτεί συνεχή, οργανωμένη και τεκμηριωμένη διαχείριση του κινδύνου», σημείωσε.

Ερωτηθείσα με αφορμή την προσωρινή αναστολή λειτουργίας υπηρεσιών της κλινικής, πώς πραγματοποιείται η απολύμανση ενός δικτύου ύδρευσης και πότε θεωρείται ξανά ασφαλές, η κ. Πανά είπε ότι η αποκατάσταση της μικροβιολογικής ασφάλειας ενός δικτύου ύδρευσης αποτελεί μια σύνθετη τεχνική και υγειονομική διαδικασία.

«Δεν αρκεί απλώς η προσθήκη χλωρίου ή η αύξηση της θερμοκρασίας για περιορισμένο χρονικό διάστημα», διευκρίνισε.

Το πρώτο βήμα, σύμφωνα με την ίδια, «είναι η ολοκληρωμένη αξιολόγηση του συστήματος ύδρευσης, ώστε να εντοπιστούν οι πιθανές εστίες πολλαπλασιασμού της λεγεωνέλλας και οι παράγοντες που επέτρεψαν την παρουσία της».

«Ακολουθεί η επιλογή κατάλληλης μεθόδου αποκατάστασης, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει χημική απολύμανση, όπως υπερχλωρίωση, ή άλλες τεχνικές παρεμβάσεις, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του δικτύου», πρόσθεσε.

Σημείωσε ότι η θερμική απολύμανση, γνωστή και ως thermal shock, έχει χρησιμοποιηθεί ως μέθοδος αντιμετώπισης.

«Ωστόσο, οι νεότερες οδηγίες των CDC επισημαίνουν ότι δεν πρέπει να θεωρείται η προτιμώμενη ή η μοναδική λύση για συστήματα πόσιμου νερού, καθώς η αποτελεσματικότητά της μπορεί να είναι παροδική, ενώ υπάρχουν κίνδυνοι εγκαυμάτων και τεχνικοί περιορισμοί», είπε.

Εξίσου σημαντικό, πρόσθεσε, «είναι να αντιμετωπιστούν τα υποκείμενα προβλήματα του δικτύου, όπως η στασιμότητα, οι ακατάλληλες θερμοκρασίες και τα βιοϋμένια».

«Διαφορετικά, υπάρχει πιθανότητα επανεμφάνισης του βακτηρίου μετά την αρχική παρέμβαση. Μετά την αποκατάσταση απαιτείται επανεκτίμηση του κινδύνου, έλεγχος των λειτουργικών παραμέτρων και κατάλληλη επαναληπτική μικροβιολογική δειγματοληψία», συμπλήρωσε.

Είπε, επίσης, ότι η επαναλειτουργία των επηρεαζόμενων υπηρεσιών πρέπει να βασίζεται σε τεκμηριωμένη αξιολόγηση της ασφάλειας, σύμφωνα με τις οδηγίες των αρμόδιων αρχών και των εξειδικευμένων επιστημόνων.

Η κ. Πανά υπογράμμισε ότι «ένα μεμονωμένο αρνητικό δείγμα δεν αρκεί πάντοτε για να τεκμηριώσει ότι ο κίνδυνος έχει ελεγχθεί οριστικά. Η αξιολόγηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των αποτελεσμάτων, την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων και τη δυνατότητα διατήρησης ασφαλών συνθηκών σε βάθος χρόνου».

«Ο στόχος δεν είναι απλώς να επιτευχθεί ένα αρνητικό εργαστηριακό αποτέλεσμα, αλλά να διασφαλιστεί ότι το σύστημα λειτουργεί υπό συνθήκες που περιορίζουν σταθερά την πιθανότητα ανάπτυξης και μετάδοσης της λεγεωνέλλας», σημείωσε.

Σε ερώτηση τι είδους συστάσεις ή εκπαιδευτικές παρεμβάσεις πρέπει να γίνουν άμεσα στους επαγγελματίες υγείας της Κύπρου, η κ. Πανά είπε πως θεωρεί ότι τέτοια περιστατικά πρέπει να αποτελούν αφορμή για ενίσχυση της επιστημονικής επαγρύπνησης και των συστημάτων πρόληψης, όχι μόνο σε ένα συγκεκριμένο νοσηλευτήριο, αλλά συνολικά στο σύστημα υγείας.

«Η εκπαίδευση πρέπει να έχει διεπιστημονικό χαρακτήρα και να απευθύνεται σε ιατρούς, νοσηλευτές, επαγγελματίες πρόληψης και ελέγχου λοιμώξεων, μικροβιολόγους, τεχνικές υπηρεσίες και διοικήσεις νοσηλευτηρίων», πρόσθεσε.

Ανέφερε, παράλληλα, ότι προτεραιότητα πρέπει να δοθεί σε τρεις βασικούς άξονες, την έγκαιρη αναγνώριση και διάγνωση, την πρόληψη υδατογενών λοιμώξεων και την οργανωμένη επιτήρηση και διαχείριση κινδύνου.

Ιδιαίτερη σημασία, συνέχισε η κ. Πανά, έχει η συνεργασία ανάμεσα στην κλινική ομάδα και τις τεχνικές υπηρεσίες.

«Η ασφάλεια του νερού δεν αποτελεί αποκλειστική ευθύνη ούτε των ιατρών ούτε των μηχανικών», είπε.

Αποτελεί κοινή ευθύνη, επισήμανε, «η οποία χρειάζεται θεσμική οργάνωση και σαφή λογοδοσία. Θα ήταν επίσης χρήσιμη η ανάπτυξη ή επικαιροποίηση εθνικών, εναρμονισμένων πρωτοκόλλων διαχείρισης του κινδύνου από λεγεωνέλλα στις μονάδες υγείας, με ιδιαίτερη αναφορά στους ευάλωτους πληθυσμούς και στους μηχανισμούς ελέγχου της συμμόρφωσης».

Σύμφωνα με την κ. Πανά η λεγεωνέλλα μάς υπενθυμίζει ότι η ασφάλεια των ασθενών δεν εξαρτάται μόνο από την ποιότητα της ιατρικής φροντίδας, αλλά και από την ασφάλεια του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αυτή παρέχεται.

«Το νερό είναι απαραίτητο για τη λειτουργία κάθε νοσηλευτηρίου. Υπό συγκεκριμένες, όμως, συνθήκες μπορεί να αποτελέσει πηγή έκθεσης σε μικροοργανισμούς που προκαλούν σοβαρές λοιμώξεις, ιδιαίτερα στους πιο ευάλωτους ασθενείς», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «όταν πρόκειται για ένα νεογνό, η ανάγκη προστασίας είναι ακόμη μεγαλύτερη».

«Οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τέτοια περιστατικά με επιστημονική σοβαρότητα, διαφάνεια και σεβασμό προς την οικογένεια, χωρίς βιαστικά συμπεράσματα για την πηγή της λοίμωξης ή την απόδοση ευθυνών πριν ολοκληρωθεί η διερεύνηση», υπέδειξε.

Παράλληλα, είπε, «η σπανιότητα μιας λοίμωξης δεν πρέπει να οδηγεί σε υποτίμηση του κινδύνου. Η πρόληψη οφείλει να είναι συστηματική και να προηγείται των περιστατικών».

Το σημαντικότερο μήνυμα, σημείωσε, «είναι ότι η πρόληψη των λοιμώξεων αποτελεί θεμελιώδη δείκτη ποιότητας και ασφάλειας των υπηρεσιών υγείας».

«Δεν αρκεί να αντιδρούμε όταν εμφανιστεί ένα περιστατικό· πρέπει να διαθέτουμε συστήματα που αναγνωρίζουν, αξιολογούν και περιορίζουν τους κινδύνους προτού αυτοί οδηγήσουν σε λοίμωξη», ανέφερε.

«Η επιστημονική γνώση, η συνεχής εκπαίδευση, η αποτελεσματική επιτήρηση και η συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων επαγγελματιών αποτελούν τις σημαντικότερες προϋποθέσεις για την προστασία των ασθενών και την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στο σύστημα υγείας», κατέληξε.

Πηγή – ThemaOnline

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.