Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 25°
Απόψεις

Η βιομηχανία της ευζωίας και η «ιδιωτικοποίηση» της ανθρώπινης δυσφορίας, του Νίκο Δαμιανάκη

  ​​  ​  ​  ​ ​​   Εισαγωγή Υπάρχει κάτι βαθιά αντιφατικό στον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες μιλούν για την ευζωία. Την ίδια στιγμή που η εργασία εντατικοποιείται, ο ελεύθερος χρόνος συμπιέζεται, η κατοικία γίνεται…

4 Οκτωβρίου 2026 · 09:47

         

 

Εισαγωγή

Υπάρχει κάτι βαθιά αντιφατικό στον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες μιλούν για την ευζωία. Την ίδια στιγμή που η εργασία εντατικοποιείται, ο ελεύθερος χρόνος συμπιέζεται, η κατοικία γίνεται δυσπρόσιτη για ολοένα μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού, η κοινωνική ανασφάλεια μονιμοποιείται και οι ανθρώπινες σχέσεις υφίστανται τις πιέσεις της επισφάλειας και του ανταγωνισμού, πολλαπλασιάζονται οι προτροπές να αναζητήσουμε τη λύση μέσα στον ίδιο μας τον εαυτό. Να κοιμόμαστε καλύτερα, να γυμναζόμαστε περισσότερο, να οργανώνουμε αποτελεσματικότερα την ημέρα μας, να τρώμε «σωστά», να θέτουμε όρια, να καλλιεργούμε την ευγνωμοσύνη, να εξασκούμαστε σε πρακτικές ενσυνειδητότητας, να παρακολουθούμε την παραγωγικότητα και τη διάθεσή μας και, πάνω απ’ όλα, να εργαζόμαστε συστηματικά πάνω στον εαυτό μας.

Δεν πρόκειται απλώς για μια πολιτισμική μόδα. Η λεγόμενη παγκόσμια οικονομία της ευζωίας έχει πλέον αποκτήσει διαστάσεις τρισεκατομμυρίων δολαρίων και περιλαμβάνει από τη βιομηχανία του «fitness» και τις εφαρμογές παρακολούθησης της υγείας μέχρι το «coaching», τα συμπληρώματα διατροφής, τις αισθητικές παρεμβάσεις και ένα τεράστιο φάσμα υπηρεσιών ψυχικής ευεξίας. Η ευζωία μετατρέπεται έτσι σε ιδιαίτερο πεδίο συσσώρευσης κεφαλαίου και ταυτόχρονα συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου προτύπου υποκειμένου, του ανθρώπου που θεωρείται διαρκώς υπεύθυνος για την κατάσταση του σώματος, της ψυχής, της διάθεσης, των σχέσεων και της απόδοσής του.

Μια μαρξιστική κριτική αυτού του φαινομένου δεν χρειάζεται να στραφεί ενάντια στην άσκηση, στην ψυχοθεραπεία, στην υγιεινή διατροφή ή στην ανθρώπινη επιθυμία να αισθάνεται κανείς καλύτερα με το σώμα του. Μια τέτοια κριτική θα ήταν επιφανειακή και, τελικά, συντηρητική. Η ουσία αυτής της κατάστασης βρίσκεται στο τι συμβαίνει όταν πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες αποσπώνται από τις κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες παράγονται και επιστρέφουν στον άνθρωπο με τη μορφή εμπορευμάτων, υπηρεσιών και ατομικών τεχνικών αυτοδιαχείρισης; Όταν, δηλαδή, η κοινωνικά παραγόμενη δυσφορία παρουσιάζεται ως προσωπικό πρόβλημα και η αντιμετώπισή της οργανώνεται ως ιδιωτική κατανάλωση.

Στον καπιταλισμό, οι κοινωνικές σχέσεις εμφανίζονται ως σχέσεις μεταξύ πραγμάτων και οι ανθρώπινες ανάγκες οργανώνονται όλο και περισσότερο μέσω της αγοράς. Στη σύγχρονη βιομηχανία της ευζωίας παρατηρούμε μια ακόμη μετατόπιση. Κοινωνικές αντιφάσεις επανεμφανίζονται ως ελλείμματα του ατόμου. Η εργασιακή εξάντληση μπορεί να περιγραφεί ως ανεπαρκής ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής, η ανασφάλεια ως έλλειψη ψυχικής ανθεκτικότητας, η κοινωνική απομόνωση ως αποτυχία προσωπικής διαχείρισης των σχέσεων και η δυσφορία απέναντι σε μια πραγματικότητα διαρκούς ανταγωνισμού ως πρόβλημα ελλιπούς συναισθηματικής ρύθμισης. Με αυτόν τον τρόπο, η προσαρμογή του ατόμου στις δεδομένες συνθήκες εμφανίζεται ως θεραπεία, ενώ οι ίδιες οι συνθήκες αποσύρονται από το πεδίο της κριτικής.

Ο εαυτός ως διαρκές επενδυτικό πλάνο

Η κουλτούρα των λεγόμενων «καλών συνηθειών» αποτυπώνει ίσως καθαρότερα αυτή τη διαδικασία. Η καθημερινότητα τεμαχίζεται σε ένα σύνολο μετρήσιμων δραστηριοτήτων που πρέπει να βελτιστοποιούνται, ώρες ύπνου, βήματα, θερμίδες, βάρος, χρόνος άσκησης, κατανάλωση νερού, χρόνος συγκέντρωσης, βιβλία που διαβάστηκαν, στόχοι που εκπληρώθηκαν. Τα έξυπνα ρολόγια, οι εφαρμογές fitness και παραγωγικότητας και η κουλτούρα της αυτοπαρακολούθησης δεν δημιουργούν από μόνα τους αυτή τη λογική, αλλά την καθιστούν ορατή σε μια σχεδόν εργαστηριακή μορφή. Το άτομο μαθαίνει να κοιτάζει τη ζωή του μέσα από δείκτες απόδοσης.

Η ομοιότητα με την καπιταλιστική επιχείρηση δεν είναι τυχαία. Η ίδια η υποκειμενικότητα οργανώνεται σταδιακά με όρους επένδυσης, απόδοσης, αξιολόγησης και βελτιστοποίησης. Το σώμα πρέπει να είναι λειτουργικό, ο χρόνος παραγωγικός, οι σχέσεις «υγιείς», η ψυχή ανθεκτική και η εξωτερική εμφάνιση όσο το δυνατόν πιο ανταγωνιστική. Ο άνθρωπος δεν καλείται απλώς να ζήσει, αλλά να διαχειριστεί τον εαυτό του σαν ένα χαρτοφυλάκιο διαφορετικών κεφαλαίων που οφείλει να διατηρεί και να αναβαθμίζει.

Αυτή η λογική συνδέεται στενά με το νεοφιλελεύθερο πρότυπο του επιχειρηματικού εαυτού. Η επιτυχία παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα σωστών επιλογών, αυτοπειθαρχίας και προσωπικής επένδυσης, ενώ η αποτυχία αποσυνδέεται από τους κοινωνικούς όρους που την παράγουν. Το ιδιαίτερα αποτελεσματικό στοιχείο αυτής της μορφής πειθάρχησης είναι ότι δεν εμφανίζεται κατ’ ανάγκην ως καταναγκασμός. Η εντολή μετατρέπεται σε επιθυμία. Δεν απαιτείται κάποιος εξωτερικός επιτηρητής να μας διατάξει να βελτιωνόμαστε, όταν έχουμε ήδη εσωτερικεύσει την ιδέα ότι κάθε πλευρά του εαυτού μας παραμένει ένα ημιτελές έργο.

Έτσι δημιουργείται μια εντυπωσιακή κοινωνική αντίφαση. Ο ίδιος τρόπος παραγωγής που στερεί από μεγάλα τμήματα της κοινωνίας χρόνο, σταθερότητα, συλλογικότητα και υλική ασφάλεια αναπτύσσει ταυτόχρονα μια τεράστια αγορά προϊόντων και τεχνικών που υπόσχονται να αποκαταστήσουν ιδιωτικά όσα αφαιρούνται κοινωνικά. Ο εργαζόμενος αγοράζει εφαρμογές ύπνου επειδή δεν ξεκουράζεται, συνεδρίες διαχείρισης του στρες επειδή βρίσκεται διαρκώς υπό πίεση και μαθήματα παραγωγικότητας για να γίνει αποτελεσματικότερος μέσα στις ίδιες συνθήκες που τον εξαντλούν.

Η θετική ψυχολογία και η υποχρέωση της ευτυχίας

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μέσα σε αυτό το πεδίο η εξάπλωση της θετικής ψυχολογίας. Η αρχική της πρόθεση να στρέψει την ψυχολογική έρευνα όχι μόνο προς την ψυχοπαθολογία, αλλά και προς την ευτυχία, την ανθρώπινη άνθηση, την αισιοδοξία και την ανθεκτικότητα, δεν είναι από μόνη της προβληματική. Το κρίσιμο ζήτημα αρχίζει όταν αυτές οι έννοιες μετακινούνται από το επίπεδο της περιγραφής στο επίπεδο της κανονιστικής απαίτησης και η ευτυχία παύει να θεωρείται πιθανό αποτέλεσμα συγκεκριμένων κοινωνικών και προσωπικών συνθηκών, για να μετατραπεί σε δεξιότητα που το άτομο οφείλει να καλλιεργήσει.

Η αισιοδοξία, η ανθεκτικότητα, η συναισθηματική ευφυΐα και η προσωπική ανάπτυξη μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε ιδιότητες ενός παραγωγικού υποκειμένου. Ο εργαζόμενος δεν αρκεί πλέον να παρέχει την εργατική του δύναμη. Καλείται να προσέρχεται στην εργασία κινητοποιημένος, ευέλικτος, δημιουργικός, θετικός και ψυχικά ανθεκτικός, να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τις συγκρούσεις και να μετατρέπει ακόμη και τις αποτυχίες σε «ευκαιρίες ανάπτυξης».

Η δυστυχία αποκτά έτσι και μια ηθική διάσταση. Όποιος δεν αντέχει αρκετά μπορεί εύκολα να εμφανιστεί ως άνθρωπος που δεν ανέπτυξε τις κατάλληλες δεξιότητες προσαρμογής. Η εξουθένωση μεταφράζεται σε ανεπαρκή διαχείριση ορίων, η δυσφορία σε έλλειψη θετικής σκέψης και η εργασιακή πίεση σε πρόβλημα προσωπικής ανθεκτικότητας. Δεν χρειάζεται καν να αρνηθεί κανείς την πραγματικότητα της εκμετάλλευσης ή της ανασφάλειας. Αρκεί να μετατοπίσει το κέντρο βάρους από τη μεταβολή των συνθηκών στην καλύτερη προσαρμογή του ανθρώπου σε αυτές.

Όταν η κοινωνική δυσφορία γίνεται ατομική διάγνωση και ατομική ευθύνη

Το ίδιο ζήτημα αφορά ευρύτερα την εξατομικευμένη άσκηση της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής. Ο ψυχικός πόνος είναι πραγματικός, οι ψυχικές διαταραχές είναι πραγματικές και η θεραπευτική παρέμβαση μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία στη ζωή ενός ανθρώπου. Μια μαρξιστική κριτική που θα αρνιόταν αυτά τα δεδομένα θα κατέληγε σε έναν κοινωνιολογικό αναγωγισμό εξίσου προβληματικό με τον βιολογικό ή τον ψυχολογικό αναγωγισμό που επιχειρεί να επικρίνει.

Το ζήτημα είναι ότι ο άνθρωπος δεν υπάρχει έξω από τις κοινωνικές σχέσεις που τον συγκροτούν. Η ψυχική δυσφορία δεν μπορεί επομένως να αντιμετωπίζεται πάντοτε σαν να γεννιέται αποκλειστικά μέσα στο άτομο. Η εντατικοποίηση της εργασίας, η ανεργία, η επισφάλεια, η φτώχεια, η στεγαστική ανασφάλεια, η κοινωνική απομόνωση και η απουσία σταθερών δικτύων φροντίδας δεν αποτελούν απλώς εξωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν μια κατά τα άλλα αυτόνομη ψυχική πραγματικότητα. Συγκροτούν το κοινωνικό έδαφος μέσα στο οποίο παράγεται και βιώνεται η ψυχική ζωή.

Η θεραπεία μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο να επεξεργαστεί την εμπειρία της ανεργίας, αλλά δεν μπορεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας. Μπορεί να βοηθήσει έναν εργαζόμενο να διαχειριστεί καλύτερα το άγχος του, αλλά δεν μπορεί να μειώσει τις ώρες εργασίας του ούτε να καταργήσει την εργασιακή επισφάλεια. Μπορεί να ανακουφίσει τις συνέπειες της κοινωνικής μοναξιάς, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει κοινότητες και σταθερούς κοινωνικούς δεσμούς. Όταν η διάκριση αυτή εξαφανίζεται, η ψυχοθεραπεία κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια τεχνολογία καλύτερης προσαρμογής του ατόμου σε συνθήκες που παραμένουν αμετάβλητες.

Αυτό δεν μειώνει τη θεραπευτική της αξία. Ορίζει όμως τα κοινωνικά της όρια και, κυρίως, εμποδίζει μια επικίνδυνη πολιτική αντιστροφή, κατά την οποία η κοινωνία παράγει όλο και περισσότερη δυσφορία και στη συνέχεια καλεί τα άτομα να αναλάβουν ιδιωτικά την ευθύνη για τη διαχείρισή της.

Η «πλατφορμοποίηση» της ψυχικής φροντίδας

Η ανάπτυξη της τηλεψυχολογίας και της διαδικτυακής ψυχοθεραπείας κάνει αυτή τη συζήτηση ακόμη πιο σύνθετη. Οι διαδικτυακές συνεδρίες μπορούν πράγματι να διευρύνουν την πρόσβαση, ιδιαίτερα για ανθρώπους που ζουν σε απομακρυσμένες περιοχές, έχουν κινητικές δυσκολίες ή δεν μπορούν για άλλους λόγους να προσέλθουν σε μια υπηρεσία. Θα ήταν επομένως λάθος να ταυτιστεί η τηλεψυχολογία καθαυτή με την εμπορευματοποίηση της ψυχικής υγείας.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η θεραπευτική σχέση εντάσσεται ολοένα περισσότερο στη λογική της πλατφόρμας. Η ψυχική φροντίδα μπορεί τότε να πάρει τη μορφή υπηρεσίας κατά παραγγελία, με τυποποιημένα πακέτα, συνδρομές, αξιολογήσεις, αλγοριθμική αντιστοίχιση θεραπευτή και θεραπευόμενου και με την προσδοκία άμεσης διαθεσιμότητας. Ο θεραπευτής μετατρέπεται σταδιακά σε πάροχο ψηφιακής υπηρεσίας και ο θεραπευόμενος σε καταναλωτή που επιλέγει μέσα από έναν κατάλογο προσφερόμενων λύσεων.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η μετάβαση της ψυχολογικής γνώσης στα κοινωνικά δίκτυα. Στο TikTok, στο Instagram και στο YouTube, πολύπλοκες έννοιες συμπυκνώνονται σε βίντεο λίγων δευτερολέπτων, «πέντε σημάδια ότι έχεις τραύμα», «πώς θα καταλάβεις ότι ο σύντροφός σου είναι ναρκισσιστής», «τρεις ενδείξεις μιας τοξικής σχέσης» ή «πώς να θέτεις όρια». Η σχετική έρευνα έχει ήδη καταγράψει σημαντική παρουσία ανακριβούς ή υπεραπλουστευμένης πληροφορίας γύρω από ζητήματα ψυχικής υγείας στα κοινωνικά δίκτυα.

Ωστόσο, το βαθύτερο πρόβλημα δεν περιορίζεται στην ακρίβεια μιας πληροφορίας. Βρίσκεται στην ίδια τη μορφή μέσα στην οποία παράγεται αυτή η γνώση. Η οικονομία της προσοχής επιβραβεύει το σύντομο, το απόλυτο, το αναγνωρίσιμο και το συναισθηματικά φορτισμένο περιεχόμενο. Η αμφισημία, η ιστορικότητα, η κοινωνική συνθήκη και η μοναδικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας δύσκολα χωρούν σε ένα βίντεο τριάντα δευτερολέπτων. Η ψυχολογική γλώσσα μετατρέπεται έτσι σε καταναλώσιμο περιεχόμενο και ολόκληρες ανθρώπινες σχέσεις μπορούν να ερμηνεύονται μέσα από μια σειρά τυποποιημένων διαγνωστικών ετικετών.

Το σώμα ως κεφάλαιο που πρέπει να συντηρείται

Η βιομηχανία των αισθητικών παρεμβάσεων αποτελεί μια διαφορετική αλλά συγγενή εκδήλωση της ίδιας λογικής. Η παγκόσμια αύξηση των χειρουργικών και μη χειρουργικών αισθητικών πράξεων δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς με όρους ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Μια τέτοια εξήγηση θα εξατομίκευε ξανά το φαινόμενο που προσπαθούμε να κατανοήσουμε κοινωνικά.

Το σώμα μέσα στον σύγχρονο καπιταλισμό δεν είναι μόνο βιολογικό σώμα ούτε μόνο φορέας προσωπικής ταυτότητας. Αποκτά ολοένα περισσότερο στοιχεία κοινωνικού και οικονομικού κεφαλαίου. Η εμφάνιση παίζει ρόλο στην εργασία, στις κοινωνικές σχέσεις, στην ψηφιακή παρουσία και σε ολόκληρη την οικονομία της εικόνας. Το πρόσωπο, το δέρμα, το βάρος, τα δόντια, τα μαλλιά και τα σημάδια της γήρανσης μετατρέπονται επομένως σε πεδία διαρκούς παρέμβασης και επένδυσης.

Η αριστερή κριτική έχει από καιρό επισημάνει ότι αυτή η διαδικασία επιβαρύνει ιδιαίτερα τις γυναίκες, ενώ η εξάπλωση των social media διευρύνει πλέον τις αντίστοιχες πιέσεις και σε άλλες κοινωνικές ομάδες. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι κοινωνικές απαιτήσεις εμφανίζονται ως προσωπικές επιλογές. Η αγορά δεν χρειάζεται να επιβάλει ανοιχτά ένα συγκεκριμένο πρότυπο σώματος, όταν μπορεί να παράγει τις συνθήκες μέσα στις οποίες το άτομο βιώνει την απόκλισή του από αυτό το πρότυπο ως προσωπικό πρόβλημα και την αισθητική παρέμβαση ως ελεύθερη ατομική λύση.

Αυτό ακριβώς κάνει τη συγκεκριμένη μορφή πειθάρχησης τόσο αποτελεσματική. Η προσταγή δεν εμφανίζεται ως προσταγή. Εσωτερικεύεται ως επιθυμία. Το υποκείμενο μαθαίνει να παρατηρεί το σώμα του από τη σκοπιά μιας αγοράς που του υπενθυμίζει αδιάκοπα ότι θα μπορούσε να είναι λίγο νεότερο, πιο λεπτό, πιο γυμνασμένο, περισσότερο συμμετρικό και, επομένως, περισσότερο ανταγωνιστικό.

Συμπεράσματα

Θα ήταν ιστορικά λανθασμένο να ταυτίσουμε κάθε πρακτική αυτοφροντίδας με αυτή τη διαδικασία. Η φροντίδα του εαυτού δεν επινοήθηκε από το Instagram ούτε από τη σύγχρονη βιομηχανία του «wellness». Υπήρξε μέρος κινημάτων γυναικών, αντιρατσιστικών κινημάτων, κοινοτήτων αλληλοβοήθειας, αναπηρικών κινημάτων και συλλογικών μορφών φροντίδας, όπου η δυνατότητα να φροντίσει κανείς το σώμα και την ψυχική του υγεία αποτελούσε συχνά όρο επιβίωσης μέσα σε συνθήκες καταπίεσης.

Η καπιταλιστική αγορά, όμως, διαθέτει μια αξιοσημείωτη ικανότητα να αποσπά πρακτικές, σύμβολα και ανάγκες από το αρχικό κοινωνικό τους περιεχόμενο και να τα επανεντάσσει στον κύκλο της εμπορευματικής κυκλοφορίας. Η ξεκούραση μπορεί έτσι να μετατραπεί σε καταναλωτική εμπειρία, η άσκηση σε συνδρομητική υπηρεσία, η αυτογνωσία σε πακέτο «coaching», η ψυχική φροντίδα σε εφαρμογή και η κοινωνικότητα σε ψηφιακή πλατφόρμα. Ακόμη και η επιθυμία να ξεφύγουμε από την πίεση της αγοράς μπορεί να αποκτήσει τη δική της αγορά.

Εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη αντίφαση της βιομηχανίας της ευζωίας. Ο ίδιος κοινωνικός κόσμος που παράγει σημαντικό μέρος της εξάντλησης, της ανασφάλειας, της μοναξιάς και της ψυχικής πίεσης δημιουργεί ταυτόχρονα ένα τεράστιο σύστημα εμπορευμάτων και υπηρεσιών που υπόσχεται να θεραπεύσει τις συνέπειές τους. Αυτό που αφαιρείται συλλογικά επιστρέφει κατακερματισμένο και ιδιωτικοποιημένο, χρόνος, ξεκούραση, ασφάλεια, κοινωνικοί δεσμοί, φροντίδα και δυνατότητα αυτοπραγμάτωσης.

Δεν χρειαζόμαστε μια κοινωνία που θα εκπαιδεύει τους ανθρώπους να αντέχουν αποτελεσματικότερα την εξάντληση, αλλά μια κοινωνία που θα περιορίζει τους ίδιους τους μηχανισμούς που την παράγουν. Δεν χρειαζόμαστε την κατάργηση της ψυχοθεραπείας, αλλά την απελευθέρωσή της από την απαίτηση να μεταφράζει κάθε κοινωνική αντίφαση σε ατομικό πρόβλημα προσαρμογής. Δεν χρειάζεται να αρνηθούμε την άσκηση, την ομορφιά ή την επιθυμία αυτοβελτίωσης, αλλά να αρνηθούμε την καπιταλιστική επιταγή που μετατρέπει το σώμα, την ψυχή και ολόκληρη τη ζωή σε πεδία διαρκούς επένδυσης, αξιολόγησης και αύξησης της «αξίας» τους.

Η πραγματική ευζωία δεν μπορεί να υπάρξει ως ατομικό σχέδιο μέσα σε συνθήκες συλλογικής ανασφάλειας. Όσο η εργασία, ο χρόνος, η υγεία, η κατοικία, η φροντίδα και οι κοινωνικές σχέσεις υποτάσσονται στις ανάγκες της συσσώρευσης, η υπόσχεση ότι μπορούμε απλώς να γίνουμε «η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας» παραμένει βαθιά περιορισμένη. Πώς, λοιπόν, θα αλλάξουν οι κοινωνικές σχέσεις που παράγουν αυτή την εξάντληση. Η χειραφέτηση αρχίζει εκεί όπου η ανθρώπινη ζωή παύει να αντιμετωπίζεται ως ατομικό κεφάλαιο προς συνεχή αναβάθμιση και γίνεται ξανά υπόθεση συλλογικής οργάνωσης, κοινωνικών δικαιωμάτων και κοινής δυνατότητας να ζούμε καλύτερα.

Πηγή – KOMMON

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Alkinoos FoundationNexomosΔρ. Γεράσιμος ΚυριακίδηςLocksmith ServicesLithotechnic Printers