ΔιεθνήΓκίλφοϊλ: Πώς από εκλεκτή του Τραμπ έγινε πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο
Η απόφαση του Λευκού Οίκου να ζητήσει την παραίτηση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από τη θέση της πρέσβεως των ΗΠΑ στην Ελλάδα, φαίνεται πως μετέτρεψε τις καταγγελίες για τη συμπεριφορά της σε πολιτικό…
14 Οκτωβρίου 2026 · 09:21
Η απόφαση του Λευκού Οίκου να ζητήσει την παραίτηση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από τη θέση της πρέσβεως των ΗΠΑ στην Ελλάδα, φαίνεται πως μετέτρεψε τις καταγγελίες για τη συμπεριφορά της σε πολιτικό πρόβλημα για τον Ντόναλντ Τραμπ. Η εξέλιξη ήρθε μετά από δημοσιεύματα για οικονομικές συναλλαγές και πιθανή κατάχρηση της διπλωματικής της θέσης, αλλά και τη δημόσια δήλωση δυσαρέσκειας του Αμερικανού προέδρου. Η Γκίλφοϊλ ανακοίνωσε την παραίτησή της μεν, απορρίπτοντας ωστόσο κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς σε βάρος της.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα έχει δύο διαστάσεις. Η πρώτη αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες η θητεία της επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην Αθήνα οδηγήθηκε σε κρίση, έπειτα από τις καταγγελίες σε βάρος της και τη δημόσια αποστασιοποίηση του Ντόναλντ Τραμπ. Η δεύτερη αφορά τη συνέχεια της αμερικανικής διπλωματικής παρουσίας στην Αθήνα και τις πιθανές επιπτώσεις στις διμερείς σχέσεις.
Από προσωπική επιλογή του Τραμπ σε πολιτικό βάρος
Η Γκίλφοϊλ δεν ήταν μια τυπική διπλωματική επιλογή. Πρώην παρουσιάστρια του Fox News και εισαγγελέας στην Καλιφόρνια, είχε αρραβωνιαστεί για ένα διάστημα τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ. Η σχέση της με τον γιο του Αμερικανού Προέδρου προσέδωσε εξαρχής ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον στον διορισμό της. Ο ίδιος ο Τραμπ, ωστόσο, επιχείρησε στις δηλώσεις του στις 13 Οκτωβρίου να αποστασιοποιηθεί από αυτή τη σύνδεση, λέγοντας ότι η Γκίλφοϊλ δεν ήταν μέλος της οικογένειάς του.
Η ανακοίνωση του διορισμού της στην Αθήνα ήρθε σε μια περίοδο κατά την οποία η προσωπική της ζωή απασχολούσε ήδη τα αμερικανικά μέσα. Τον Δεκέμβριο του 2024, όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε την επιλογή της, είχαν μόλις δημοσιοποιηθεί πληροφορίες για τη σχέση του γιου του με την Μπετίνα Άντερσον. Δημοσιεύματα τότε τροφοδότησαν την εκδοχή ότι η τοποθέτηση της Γκίλφοϊλ στην Αθήνα θα μπορούσε να τη μετακινήσει μακριά από το περιβάλλον του Τραμπ Τζούνιορ. Η εκδοχή αυτή δεν επιβεβαιώθηκε, ενώ άλλα δημοσιεύματα παρουσίαζαν την πρεσβεία στην Ελλάδα ως σημαντική διπλωματική θέση.
Η Γερουσία επικύρωσε τον διορισμό της τον Σεπτέμβριο του 2025 και η Γκίλφοϊλ ανέλαβε καθήκοντα στην Αθήνα τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, σχεδόν 11 μήνες μετά την ανακοίνωση της επιλογής της. Η καθυστέρηση εντασσόταν στο ευρύτερο αδιέξοδο στη Γερουσία, όπου η αντιπαράθεση Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών είχε μπλοκάρει δεκάδες διορισμούς. Η υποψηφιότητά της εγκρίθηκε τελικά στο πλαίσιο μιας μαζικής επικύρωσης υποψηφίων, μετά την αλλαγή των κοινοβουλευτικών κανόνων από τους Ρεπουμπλικανούς.
Σήμερα, λιγότερο από έναν χρόνο μετά την άφιξή της στην Αθήνα, η Γκίλφοϊλ αναγκάζεται να εγκαταλείψει την έπαυλη Jefferson House, στην οδό Παναγή Κυριακού, έπειτα από την απόφαση του Λευκού Οίκου να την απομακρύνει από τα καθήκοντά της. Η θητεία της στην ελληνική πρωτεύουσα αποδεικνύεται έτσι πολύ συντομότερη από όσο θα αναμενόταν για μια διπλωματική αποστολή.
Τα δημοσιεύματα
Η αφορμή ήταν μια σειρά δημοσιευμάτων που έφεραν στο προσκήνιο καταγγελίες για οικονομικές συναλλαγές, δώρα και ενδεχόμενη κατάχρηση της πολιτικής επιρροής της. Από τα τέλη Σεπτεμβρίου, η Wall Street Journal δημοσίευσε σειρά ρεπορτάζ για τη συμπεριφορά της.
Σε αυτά περιλαμβάνονται αναφορές σε φερόμενες δηλώσεις της για τη δυνατότητα των ΗΠΑ να ρίξουν κυβερνήσεις άλλων χωρών, στην προώθηση των συμφερόντων ελληνικής εταιρείας στους τομείς των κατασκευών και της ενέργειας, καθώς και στην παρουσία λομπίστα σε ιδιωτικές διπλωματικές συναντήσεις.
Ακολούθησαν δημοσιεύματα για μηνύματα που φέρεται να αντάλλαξε με τον επιχειρηματία και υποστηρικτή του Τραμπ Έρικ Ντέτερς. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η Γκίλφοϊλ φέρεται να του ζήτησε 100.000 δολάρια για να πληρώσει λογαριασμό της American Express, λίγες ημέρες πριν από την ακρόασή της στη Γερουσία για την επικύρωση του διορισμού της. Ο Ντέτερς υποστήριξε ότι το αίτημα συνδεόταν με την προσδοκία να αποκτήσει πρόσβαση σε αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ, σημειώνοντας παράλληλα πως τελικά, δεν κατέβαλε τα χρήματα.
Η Wall Street Journal έγραψε επίσης για ταξίδια της με ιδιωτικά αεροσκάφη και υπερπολυτελή βίο, προκαλώντας ερωτήματα για τις σχέσεις της με επιχειρηματικά συμφέροντα και για το κατά πόσο τέτοιες παροχές συνάδουν με τον ρόλο της ως πρέσβεως.
Η Γκίλφοϊλ απορρίπτει τις κατηγορίες, ενώ οι δικηγόροι της υποστηρίζουν ότι ο Ντέτερς της οφείλει περίπου 150.000 δολάρια για ομιλίες και συμβουλευτικές υπηρεσίες που αφορούσαν προηγούμενες επαγγελματικές υπηρεσίες της. Αμφισβητούν, παράλληλα, τη γνησιότητα των μηνυμάτων. Από την πλευρά της, η αμερικανική πρεσβεία επιμένει ότι η Γκίλφοϊλ τήρησε τους κανόνες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τα ταξίδια και τη δήλωση δώρων.
Οι καταγγελίες παραμένουν αναπόδεικτες και η πλευρά της Γκίλφοϊλ αμφισβητεί βασικά στοιχεία της υπόθεσης. Ωστόσο, τα δημοσιεύματα έφεραν την Αμερικανίδα πρέσβη στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ουάσιγκτον, με τον ίδιο τον Τραμπ να εκφράζει δημόσια τη δυσαρέσκειά του.
Πώς φτάσαμε στην παραίτηση
Η στάση της αμερικανικής κυβέρνησης απέναντι στην υπόθεση άλλαξε κυριολεκτικά μέσα σε ένα βράδυ. Κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, στις 6 Οκτωβρίου, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είχε υπερασπιστεί δημόσια την Γκίλφοϊλ, χαρακτηρίζοντάς την «ισχυρή πρέσβη». Λίγες ώρες αργότερα, δημοσίευμα της Wall Street Journal έφερε στο προσκήνιο τα μηνύματα που φέρεται να αντάλλαξε η Γκίλφοϊλ με τον επιχειρηματία Έρικ Ντέτερς και το αίτημά της για 100.000 δολάρια, προκειμένου να καλύψει λογαριασμό της American Express.
Την Πέμπτη, λίγο πριν αναχωρήσει από την Αθήνα, ο Ρούμπιο αντέδρασε έντονα σε ερωτήσεις δημοσιογράφων αναφορικά με το δημοσίευμα για τις 100.000 δολάρια, λέγοντας ότι δεν γνώριζε αν οι καταγγελίες ευσταθούσαν και ότι δεν θα σχολίαζε όσα δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει.
Ακολούθησαν δηλώσεις του Τραμπ στις 12 Οκτωβρίου, ο οποίος ανέφερε ότι εξετάζει το ενδεχόμενο απομάκρυνσής της, προσθέτοντας ότι η κυβέρνησή του «δεν είναι ικανοποιημένη».
Μια ημέρα αργότερα, την Τρίτη 13 Οκτωβρίου, η νέα εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Κέιτι Ζακαράια, ανακοίνωσε πως ζητήθηκε η παραίτηση της Γκίλφοϊλ, την χαρακτήρισε «πολύτιμο μέλος» της ομάδας και της ευχήθηκε καλή συνέχεια.
Σε δηλώσεις του ο Ντόναλντ Τραμπ είπε ότι η Γκίλφοϊλ είχε κάνει καλή δουλειά στην Ελλάδα, αλλά ότι δεν άρεσαν στην κυβέρνησή του όσα διάβαζε για εκείνη. Παράλληλα, επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από την προσωπική τους σύνδεση, λέγοντας ότι δεν ήταν μέλος της οικογένειάς του και ότι έβγαινε με τον γιο του «πριν από πολύ καιρό». Ανέφερε, επίσης, ότι δεν είχε μιλήσει ακόμη μαζί της.
Η αποστασιοποίηση αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η επιλογή της για τη θέση στην Αθήνα είχε συνδεθεί εξαρχής με τη σχέση της με τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ. Η δημόσια αναφορά του προέδρου στο παρελθόν της σχέσης τους έρχεται σε αντίθεση με τη σημασία που είχε αποδοθεί στους δεσμούς της με την οικογένεια Τραμπ κατά τον διορισμό της.
Το κλίμα στην Ουάσιγκτον αποτυπώνεται και σε όσα μετέδωσε το Associated Press, επικαλούμενο ανώτερο Αμερικανό αξιωματούχο, ο οποίος περιέγραψε ως έντονη τη δυσαρέσκεια τόσο του Τραμπ όσο και του Ρούμπιο για τα δημοσιεύματα.
Παράλληλα, Δημοκρατικοί βουλευτές έχουν ζητήσει τη διερεύνηση των καταγγελιών, ενώ αμερικανικά μέσα έχουν μεταδώσει ότι το Γραφείο του Γενικού Επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξετάζει την υπόθεση. Η παραμονή της Γκίλφοϊλ στη θέση είχε αναχθεί πλέον σε ζήτημα για τον Λευκό Οίκο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η παραίτησή της επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς σε βάρος της ή προδικάζει το αποτέλεσμα του ελέγχου.
Η απάντηση της Γκίλφοϊλ και το μήνυμα προς τον Τραμπ
Στην επίσημη τοποθέτησή της μετά το «αίτημα» του Λευκού Οίκου να παραιτηθεί, η Γκίλφοϊλ υπερασπίστηκε το έργο της στην Αθήνα και απέρριψε κατηγορηματικά τις καταγγελίες σε βάρος της. Παρουσίασε τη θητεία της ως περίοδο ενίσχυσης της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας – ΗΠΑ, με έμφαση στην ενέργεια, την άμυνα και τις επενδύσεις.
Στη δήλωσή της αναφέρθηκε στην επέκταση των αμερικανικών εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, στην προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου και στην ενίσχυση της αμυντικής και οικονομικής συνεργασίας με την Ελλάδα. Παρουσίασε τις πρωτοβουλίες αυτές ως αποτελέσματα της πολιτικής του Τραμπ και του έργου της αμερικανικής πρεσβείας.
«Οι καταγγελίες είναι ψευδείς και σκοπεύω να υπερασπιστώ με αποφασιστικότητα το όνομά μου, τη φήμη και την ακεραιότητά μου», ανέφερε, προσθέτοντας ότι δεν θα επιτρέψει στις κατηγορίες να καθορίσουν την εικόνα δεκαετιών δημόσιας προσφοράς της.
Παράλληλα, φρόντισε να καταστήσει σαφές ότι η αποχώρησή της από την Αθήνα δεν σημαίνει απομάκρυνση από τον Τραμπ. «Είμαι υπερήφανη για όσα πετύχαμε μαζί και θα παραμείνω πάντοτε πιστή υποστηρίκτρια του προέδρου Τραμπ και της αποστολής του να κάνει την Αμερική ξανά μεγάλη», σημείωσε.
Ανακοινώνοντας την παραίτησή της, η Γκίλφοϊλ ανέφερε ότι, αν και η θητεία της ως επικεφαλής της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα πλησιάζει στο τέλος της, η αφοσίωσή της στον Τραμπ, στο κίνημα «Πρώτα η Αμερική» και στις ΗΠΑ θα παραμείνει αμετάβλητη. Ευχαρίστησε, επίσης, τους Έλληνες για τη φιλοξενία και τη συνεργασία τους.
Γιατί η υπόθεση έγινε πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο
Η υπόθεση αναδεικνύει τα πολιτικά ρίσκα που ενέχει η επιλογή προσώπων για κρίσιμες διπλωματικές θέσεις με βασικό κριτήριο τις προσωπικές και πολιτικές σχέσεις τους με τον Αμερικανό πρόεδρο. Όταν ένα τέτοιο πρόσωπο βρίσκεται στο επίκεντρο μιας κρίσης, το κόστος δεν περιορίζεται στον ίδιο τον διορισμό, αλλά μπορεί να πλήξει και την αξιοπιστία της κυβέρνησης που το επέλεξε.
Στην περίπτωση της Γκίλφοϊλ, οι καταγγελίες δεν περιορίζονται στην ιδιωτική της ζωή. Περιλαμβάνουν τις 100.000 δολάρια που φέρεται να ζήτησε από τον επιχειρηματία Έρικ Ντέτερς, ερωτήματα για τις επαφές της με επιχειρηματικά συμφέροντα, καθώς και για τον τρόπο άσκησης των διπλωματικών της καθηκόντων. Οι ισχυρισμοί αυτοί, τους οποίους η ίδια απορρίπτει, αγγίζουν ζητήματα αξιοπιστίας, δεοντολογίας και ενδεχόμενης σύγκρουσης συμφερόντων.
Η χρονική συγκυρία προσθέτει μια ακόμη πολιτική διάσταση. Οι ΗΠΑ οδεύουν προς τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, σε μια περίοδο κατά την οποία η αρνητική δημοσιότητα γύρω από πρόσωπα που έχουν επιλεγεί από τον Τραμπ μπορεί να υπονομεύσει την πολιτική εικόνα της κυβέρνησής του.
Το γεγονός ότι ο Τραμπ προχώρησε από τη δημόσια έκφραση δυσαρέσκειας στην αποπομπή δείχνει ότι ο Λευκός Οίκος αποφάσισε να αντιμετωπίσει άμεσα το πολιτικό κόστος της υπόθεσης. Το αν η απόφαση οφείλεται αποκλειστικά στις μέχρι τώρα αποκαλύψεις ή αν υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες παραμένει, για την ώρα, αδιευκρίνιστο.
Μάχη για να μείνει
σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Γκίλφοϊλ επιχείρησε τις τελευταίες ημέρες να εξασφαλίσει τη στήριξη προσώπων στο περιβάλλον της κυβέρνησης Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι τα δημοσιεύματα ήταν ανακριβή. Αρχικά φέρεται να διαβεβαίωνε συμμάχους της ότι δεν επρόκειτο να παραιτηθεί και ότι είχε λάβει διαβεβαιώσεις πως δεν θα απομακρυνόταν από τη θέση της. Οι προσπάθειές της, ωστόσο, δεν φαίνεται να απέδωσαν, με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να εμφανίζεται, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, να επιθυμεί την αποχώρησή της.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα
Η αποχώρηση της Γκίλφοϊλ δεν συνεπάγεται αλλαγή όσον αφορά την αμερικανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα. Οι σχέσεις των δύο χωρών στηρίζονται σε θεσμούς, συμφωνίες και στρατηγικές προτεραιότητες που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από ένα πρόσωπο. Η συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, η στρατηγική θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο και η συνεργασία με τις ΗΠΑ στην άμυνα, την ασφάλεια και την ενέργεια αποτελούν σταθερούς άξονες των διμερών σχέσεων.
Το ερώτημα είναι αν η υπόθεση θα περιοριστεί στην αλλαγή της επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής ή αν θα επηρεάσει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες στις οποίες η Γκίλφοϊλ είχε αναλάβει ενεργό ρόλο. Η αλλαγή στην ηγεσία της πρεσβείας δεν διακόπτει αυτομάτως τις σχετικές διαδικασίες, ενδέχεται, ωστόσο, να απαιτήσει νέα διαχείριση σε επιμέρους ζητήματα.
Η αποχώρησή της ήρθε ενώ η υπόθεση είχε ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στην Ελλάδα. Λίγες ώρες πριν γίνει γνωστό ότι ο Λευκός Οίκος τής είχε ζητήσει να παραιτηθεί, η ελληνική κυβέρνηση είχε διαψεύσει ότι υπήρχε σχετικό αίτημα ή ότι το θέμα είχε συζητηθεί με τις ελληνικές αρχές. «Δεν υπάρχει σχετικό αίτημα ούτε έχει συζητηθεί κάτι τέτοιο με τις ελληνικές αρχές», δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, απαντώντας σε ερώτηση για το ενδεχόμενο αποχώρησης της Γκίλφοϊλ.
Παράλληλα, οι καταγγελίες είχαν μεταφερθεί και στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης. Στη συζήτηση στη Βουλή στις 9 Οκτωβρίου, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης κλήθηκε να απαντήσει σε ισχυρισμούς, μεταξύ άλλων, ότι η Γκίλφοϊλ είχε αναφέρει πως η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να ανατρέψει ακόμη και την ελληνική κυβέρνηση αν η Αθήνα δεν συμμορφωνόταν με τις επιθυμίες της. Ο κ. Γεραπετρίτης αρνήθηκε τον σχετικό ισχυρισμό, ενώ η πρώην αναπληρώτρια υπουργός Εξωτερικών Σία Αναγνωστοπούλου χαρακτήρισε το ζήτημα θέμα εθνικής αξιοπρέπειας και ζήτησε να κληθεί η επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής να δώσει εξηγήσεις.
Η επόμενη ημέρα
Μετά την αποχώρηση της Γκίλφοϊλ, τα καθήκοντα του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην Αθήνα αναμένεται να αναλάβει προσωρινά ο Τζος Χακ, αναπληρωτής επικεφαλής της πρεσβείας, μέχρι να οριστεί νέος πρέσβης.
Ο Χακ διαθέτει μακρά διπλωματική εμπειρία. Έχει διατελέσει αναπληρωτής βοηθός υπουργός Εξωτερικών, με αρμοδιότητα τη Νότια Ευρώπη και τον Καύκασο, καθώς και διευθυντής του Γραφείου Υποθέσεων Νότιας Ευρώπης του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με χαρτοφυλάκιο που περιελάμβανε την Ελλάδα, την Κύπρο, τη Μάλτα και την Τουρκία. Έχει υπηρετήσει σε διπλωματικές αποστολές στην Ασία και την Ευρώπη και μιλά κινεζικά, ιαπωνικά, βιρμανικά και βουλγαρικά.
Ο ορισμός νέου πρέσβη απαιτεί απόφαση του Αμερικανού προέδρου και επικύρωση από τη Γερουσία. Μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία, ο Χακ αναμένεται να διασφαλίσει τη συνέχεια της λειτουργίας της πρεσβείας.
Πηγή – Cyprus Times (skai.gr)








