ΟικονομίαΑπό τον Πενταδάκτυλο στο Μόναχο και πίσω – Η περιπέτεια ενός αρμενικού θησαυρού
Πραγματοποιήθηκαν χθες Παρασκευή τα εγκαίνια της περιοδικής έκθεσης «Πίστη και Ταυτότητα», που συνδιοργανώνεται από το Μουσείο Ιστορίας της Αρμενίας και το Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, με αφορμή τη συμπλήρωση 35 χρόνων…
10 Οκτωβρίου 2026 · 12:30
Πραγματοποιήθηκαν χθες Παρασκευή τα εγκαίνια της περιοδικής έκθεσης «Πίστη και Ταυτότητα», που συνδιοργανώνεται από το Μουσείο Ιστορίας της Αρμενίας και το Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, με αφορμή τη συμπλήρωση 35 χρόνων από την εγκαθίδρυση διπλωματικών σχέσεων μεταξύ της Δημοκρατίας της Αρμενίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Σε χαιρετισμό της στα εγκαίνια, η Υφυπουργός Πολιτισμού, Κλέα Χατζηστεφάνου-Παπαέλληνα, είπε ότι η έκθεση αυτή αναπόφευκτα έχει συμβολικό χαρακτήρα, λόγω των μακραίωνων δεσμών που ενώνουν το αρμενικό έθνος με την Κύπρο.
«Οι πρώτοι Αρμένιοι εγκαταστάθηκαν στο νησί ήδη από τον 6ο αιώνα μ.Χ. και υπηρέτησαν ως μισθοφόροι στρατιώτες και ακρίτες, δηλαδή φρουροί των συνόρων της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Τους επόμενους αιώνες, δηλαδή κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο, περισσότεροι Αρμένιοι έφτασαν στην Κύπρο και πολλοί υπηρέτησαν σε στρατιωτικές και πολιτικές θέσεις», πρόσθεσε.
Σημείωσε ότι κατά τη φραγκοκρατία εγκαταστάθηκαν στο νησί Αρμένιοι αστοί, ευγενείς, ιππότες και στρατιώτες ερχόμενοι τόσο από την Ευρώπη όσο και την Κιλικία.
«Με την παρακμή, μάλιστα, του βασιλείου της Μικρής Αρμενίας στην Κιλικία, ο τίτλος και τα προνόμια του εκεί βασιλιά μεταβιβάστηκαν στους Λουζινιανούς της Κύπρου, έτσι ο λέοντας της Αρμενίας συμπεριλήφθηκε στο οικόσημο των Λουζινιανών ρηγάδων του νησιού», συμπλήρωσε.
Ανέφερε, επίσης, ότι οι σημερινοί Αρμένιοι της Κύπρου είναι απόγονοι των επιζώντων της γενοκτονίας των Αρμενίων από το τουρκικό κράτος κατά την περίοδο 1915-1923.
«Χιλιάδες Αρμένιοι έφτασαν τότε στο νησί και ως εργατικοί, καλλιεργημένοι και φιλοπρόοδοι άνθρωποι, έδωσαν νέα ώθηση στα πολιτιστικά και κοινωνικά πράγματα του τόπου. Στο σημείο αυτό, θα ήταν παράλειψη να μην τονίσουμε ότι η διεθνής αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων δεν είναι απλά ζήτημα ιστορικής δικαίωσης, αλλά αποτελεί χρέος προς τον αρμενικό λαό και ζήτημα προάσπισης της συλλογικής μας ιστορικής μνήμης», πρόσθεσε.
Είπε, παράλληλα, ότι η Εκκλησία της Αρμενίας έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην πορεία του αρμενικού λαού.
«Η Αρμενία υιοθέτησε πολύ νωρίς τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία, ενώ ιστορικές μαρτυρίες για την ίδρυση χριστιανικών κοινοτήτων υπάρχουν ήδη από τα μέσα του 3ου αιώνα. Μνημεία της χριστιανικής κληρονομιάς της Αρμενίας υπάρχουν πολλά σε ολόκληρη τη χώρα: μια ορεινή χώρα που εκτείνεται ανάμεσα στην Κασπία, τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα, ένα σταυροδρόμι μεταξύ ανατολικής Ευρώπης και δυτικής Ασίας, με μακραίωνη και πολυτάραχη ιστορία», σημείωσε.
Ανέφερε, επιπρόσθετα, ότι στην Κύπρο, ήδη από το 973 μ.Χ. ιδρύθηκε η Αρμενική Μητρόπολη στη Λευκωσία και τον 12ο αιώνα η αρμένικη Επισκοπή στην Αμμόχωστο.
«Εκκλησίες, χωριά και τοπωνύμια μαρτυρούν την έντονη παρουσία των Αρμενίων στο νησί. Από το Αρμενομονάστηρον, τη Μονή του Αγίου Μακαρίου στον Πενταδάκτυλο, προέρχεται το αρμενικό χειρόγραφο Ευαγγελιστάριο που φυλάσσεται σήμερα εδώ, στο Βυζαντινό Μουσείο, με τη συγκατάθεση της Αρμενικής Αρχιεπισκοπής Κύπρου. Το σπουδαίο αυτό κειμήλιο, μάρτυρας της κοινής χριστιανικής μας κληρονομιάς, αλλά και των δεινών που υπέστησαν τόσο οι άνθρωποι όσο και η πολιτιστική κληρονομιά του τόπου μας, επαναπατρίστηκε το 2013 αφού είχε κλαπεί από Τούρκους αρχαιοκάπηλους και κατέληξε στο Μόναχο της Γερμανίας», συμπλήρωσε.
Καταλήγοντας, η Υφυπουργός ανέφερε ότι η παρουσία του εδώ, στον ίδιο χώρο με τα εκθέματα που ήρθαν από το Μουσείο Ιστορίας της Αρμενίας δεν μπορεί παρά να μας γεμίζει με αισθήματα αισιοδοξίας, προσμονής και καρτερικότητας για ένα καλύτερο αύριο στην κοινή μας πατρίδα και να αποτελεί δείγμα των στενών σχέσεων της Δημοκρατίας της Αρμενίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Πηγή – Διάλογος








