Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 28°
Απόψεις

Αντ. Σαμαράς «εναντίον» νεοφιλελευθερισμού: Ανέκδοτο, αλλά εξηγήσιμο…, του Διονύση Ελευθεράτου

  ​​  ​  ​  ​ ​​   Ενδιαφέροντα πράγματα συμβαίνουν εσχάτως με «άξονα» τον Αντώνη Σαμαρά. Από τη μία πλευρά η πρέσβειρα των ΗΠΑ Κίμπερλι Γκίλφοϊλ  έκανε like σε ανάρτηση (εδώ), που αναφερόταν σε δικές του θέσεις και απόψεις,…

11 Οκτωβρίου 2026 · 09:14

         

 

Ενδιαφέροντα πράγματα συμβαίνουν εσχάτως με «άξονα» τον Αντώνη Σαμαρά. Από τη μία πλευρά η πρέσβειρα των ΗΠΑ Κίμπερλι Γκίλφοϊλ  έκανε like σε ανάρτηση (εδώ), που αναφερόταν σε δικές του θέσεις και απόψεις, επικριτικές για την κυβερνητική «γραμμή», επί βαλκανικών θεμάτων. Από την άλλη, ο ίδιος ο Αντ. Σαμαράς έκανε ένα λεκτικό «dislike» στον… νεοφιλελευθερισμό, μιλώντας στο – διοργανωμένο από την εφημερίδα «Βήμα» – συνέδριο, με θέμα  «Διάλογοι για την Αθήνα: Από τον μύθο στη σύγχρονη πόλη».

Παρά το «αθηνοκεντρικό» αντικείμενο του συνεδρίου, ο πρώην πρωθυπουργός στάθηκε αρκετά στην ερήμωση της επαρχίας. Την απέδωσε εν πολλοίς στην «απουσία του κράτους» και σε μία «υλιστική και διαχειριστική αντίληψη, με πρόσχημα τους κανόνες αγοράς». Και στο δια ταύτα, «σάλπισε» το εξής: «Πρέπει να τελειώνουμε με αυτήν την σκέτη, ματαιόδοξη κοινωνικά, ισοπεδωτική, νεοφιλελεύθερη μόνο διαχείριση».

Μάλιστα… Ο Αντ. Σαμαράς βγάζει από τη ναφθαλίνη τη φορεσιά της «λαϊκής Δεξιάς» και ξιφουλκεί κατά του νεοφιλελευθερισμού. Θυμίζει τα λόγια που εκστόμιζε ο μακαρίτης Μιλτιάδης Έβερτ, προ τριακονταετίας: «Ο κ. Σημίτης βρίσκεται σε μία μονεταριστική αντίληψη, φοβερά συντηρητική, που αγγίζει τα όρια του νεοφιλελευθερισμού (1/9/1996, Αλεξανδρούπολη). Η διαφορά είναι ότι τώρα ο  Σαμαράς κατηγορεί για «ισοπεδωτικό» νεοφιλελευθερισμό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, δηλαδή το κατ’ εξοχήν έμψυχο «πρωτότυπο» των «λαμπρών» διδαχών του Φρίντριχ Χάγιεκ και του Μίλτον Φρίντμαν – και όχι κάποιο κεντροαριστερό, «εκσυγχρονιστικό» αντίγραφο. Όμως…

Όμως υπάρχουν κάποιες «λεπτομέρειες» που καθιστούν αμφίβολη την πειστικότητα της «αντι- νεοφιλελεύθερης» παράστασης του Σαμαρά. Ορισμένες εξ αυτών (όχι όμως όλες) έγκεινται στα πεπραγμένα της διακυβέρνησής του, δηλαδή από το καλοκαίρι του 2012 μέχρι τον Ιανουάριο του 2015. Πιο ισοπεδωτικός, βάναυσος νεοφιλελευθερισμός δεν θα μπορούσε να υπάρξει!

Σπεύδουμε εκ των προτέρων να απαντήσουμε σε μία πιθανή ένσταση: «Μα ό,τι έκανε τότε ο Σαμαράς ήταν αναπόφευκτο, λόγω του δεύτερου Μνημονίου. Αφ’ ης στιγμής πίστευε ότι η χώρα δεν μπορούσε να αποφύγει τις εντολές των δανειστών, ήταν μοιραίο να πράξει αναλόγως».

Η αλήθεια όμως είναι ότι, στην περίπτωση αυτή, απαλλασσόμαστε από την υποχρέωση να ασχοληθούμε με το κεφαλαιώδες ζήτημα του αν και κατά πόσο οι πολιτικοί και οι πολιτικές δυνάμεις μπορούν να οχυρώνονται πίσω από το «είμαι κάτι άλλο από αυτό εφαρμόζω». Διότι, εν προκειμένω, ο Σαμαράς δεν αναζήτησε τέτοια ασπίδα. Δεν επικαλέστηκε κάποιο «αναγκαστικό» του πράγματος για την πεμπτουσία του κυβερνητικού του προγράμματος. Ούτε προ της εφαρμογής του προγράμματος αυτού, μα ούτε και μετά.

«Όχι γιατί το ζητούν οι δανειστές, αλλά επειδή πρέπει…»  

Αξίζει τον κόπο να δούμε εν τάχει το «πριν» και το «μετά», προτού εστιάσουμε στα ίδια τα πεπραγμένα της κυβέρνησης του νυν… «αντι- νεοφιλελεύθερου» πολιτικού.

Την Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012, ανακοινώνοντας το πρόγραμμα της τρικομματικής κυβέρνησής του (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ) ο Σαμαράς ξεκαθάρισε: «Είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε μια σειρά από μεγάλες διαρθρωτικές και μεταρρυθμιστικές τομές, όχι γιατί μας τις ζητά η δανειακή σύμβαση, αλλά γιατί πρέπει να τις κάνουμε. Μερικές, μάλιστα, απ’ αυτές έπρεπε να είχαν γίνει από χρόνια».

Κατόπιν ανέφερε έναν προγραμματισμό «εννέα βημάτων» στο δρόμο της «μεταρρυθμιστικής»… αρετής, υπερασπιζόμενος με σθένος το καθένα. Όχι τυχαία, άρχισε από τις ιδιωτικοποιήσεις. Και από την αρχή ξεκαθάρισε: «Θα προωθήσουμε και αποκρατικοποιήσεις που δεν αποτελούν άμεσες συμβατικές μας υποχρεώσεις».

Με σθένος, επίσης, προανήγγειλε «κλείσιμο ή συγχώνευση δεκάδων οργανισμών και φορέων του δημοσίου». Ίσως, τότε, το πιο εύπιστο τμήμα του ακροατηρίου του να πίστευε εκείνο το καθησυχαστικό που τεχνηέντως «κυκλοφορούσε»: Ότι θα έμπαιναν λουκέτα σε οργανισμούς άχρηστους, υπολείμματα άλλων εποχών, που πρόσφεραν αργομισθίες σε «κηφήνες». Μόνο που, όπως σύντομα φάνηκε, δεν επρόκειτο για κάτι τέτοιο.

Και μετά; Ύστερα από την εκλογική ήττα του 2015; Μήπως, έστω και εκ των υστέρων, ο Σαμαράς άρθρωσε κάποιο «ήμουν αναγκασμένος να εφαρμόσω μέτρα που δεν πίστευα»; Όποιος αναζητήσει αυτοκριτικές τοποθετήσεις του θα διαπιστώσει ότι σε αυτήν την κατηγορία ενέταξε  μόνο τον ΕΝΦΙΑ και τους φόρους.

Είπε πχ στην ομιλία του στην προσυνδιάσκεψη της ΝΔ στην Ξάνθη, τον Μάιο του 2015: «Έχω παραδεχθεί το λάθος μας, για τους φόρους που αναγκαστικά βάλαμε, και που επαναλαμβάνω, δεν εξηγήσαμε όπως έπρεπε, πως ήταν προσωρινοί». Αυτό ήταν όλο; Ναι, αυτό σε ό,τι αφορούσε το ενδεδειγμένο ή όχι των βασικών πυλώνων του προγράμματος που εφήρμοσε. Κατά τα άλλα, αυτοκριτική μπόλικη – να φαν’ κι οι κότες… Αλλά αυτοκριτική του «δεν εξηγήσαμε σωστά όσα κάναμε», όχι του «κακώς κάναμε». Ούτε καν του «κακώς μας ανάγκασαν να κάνουμε» …

Η ερήμωση της υπαίθρου άρχισε… χθες;

Επιβάλλεται να θυμηθούμε ποιες ριπές «έριξε» στην ελληνική κοινωνία το «μεταρρυθμιστικό» οπλοπολυβόλο του Σαμαρά το 2012- 2014. Διότι έτσι, αφενός θα διαπιστώσουμε πόση ιλαροτραγωδία αποπνέουν κάποια σημεία των σημερινών του μύδρων και αφετέρου θα αντιληφθούμε πώς και γιατί η νυν κριτική του δεν «πιάνει» ορισμένες νευραλγικές πλευρές της πολιτικής των κυβερνήσεων του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Στα «αφενός», δεσπόζει ο… πόνος του Σαμαρά για την εγκατάλειψη της υπαίθρου. Όπως ανέφερε μιλώντας στο πρόσφατο συνέδριο του «Βήματος», διαπιστώνει απόγνωση στις μικρές πόλεις της επαρχίας. Δακρύζει, «βλέποντας τα αυξανόμενα έρημα χωριά στην Ελλάδα μας». Και αποδίδει αυτήν την κατάσταση στην «απουσία του κράτους» ο πολιτικός, ο οποίος κατά την άνοιξη του 2015 κατηγορούσε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (που ακόμη δεν είχε υπογράψει το τρίτο Μνημόνιο) ότι επιθυμούσε «μεγάλο κράτος».

Η ερήμωση της υπαίθρου, όμως, δεν άρχισε χθες, πχ με το κλείσιμο των υποκαταστημάτων των ΕΛ.ΤΑ. Πρόκειται για μια διαδικασία συνεχώς επιδεινούμενη, με πολλά αίτια και πολλούς υπαίτιους. Δεν θυμάται, άραγε, τίποτε σχετικό ο Σαμαράς από την περίοδο της δικής του διακυβέρνησης;

Ούτε τον καταιγισμό των λουκέτων σε ΔΟΥ της επαρχίας, συμπεριλαμβανόμενων είκοσι νησιωτικών περιοχών; Ούτε (στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ) πως μόνο μέσα στη διετία 2013-2014 χάθηκαν από τα δημόσια νοσοκομεία 2.940 κλίνες θεραπείας, δηλαδή επήλθε μείωση κατά 6% σε σχέση με το 2012; Ούτε ότι το 45% αυτών των απωλειών αφορούσε νοσηλευτικές μονάδες της επαρχίας; Αυτή κρίνεται ως… καλή «απουσία του κράτους»;

Ήταν μήπως τολμηρός μεταρρυθμιστής ο Άδωνις Γεωργιάδης όταν, ως υπουργός Υγείας το 2013, προειδοποιούσε ότι δεν θα ανεχόταν να του κλέψει η τρόικα τη δόξα των απολύσεων; Κι έγινε ο Άδωνις φορέας «υλιστικών και διαχειριστικών αντιλήψεων» αρκετά χρόνια αργότερα, όταν (Ιανουάριος 2024, στον «Σκάι») καμάρωνε για τα επτά νοσοκομεία που είχε κλείσει το 2013;

Ασφαλώς είχε να επιδείξει κι άλλα «επιτεύγματα» στην Υγεία  η κυβέρνηση Σαμαρά, που μέσα σε δύο χρόνια (2013-2014) κατάφερε να μειώσει – σε σχέση με το 2012 – κατά 4.774 άτομα το προσωπικό των νοσοκομείων της χώρας (ΕΛΣΤΑΤ). Κατά 9% το βοηθητικό, επίσης κατά 9% το ιατρικό, κατά 4,3% το νοσηλευτικό. Σε μία μόλις διετία!

Περί εργασιακής πολιτικής (τώρα και τότε)

Ας έρθουμε όμως στα πιο πρόσφατα, προτού… ξαναπάμε στο 2012- 2014. Άκουσε ποτέ κανείς τον Σαμαρά, που έχει πολύ δυσανασχετήσει με τον νεοφιλελευθερισμό, να επικρίνει τις πολυσυζητημένες εργασιακές «μεταρρυθμίσεις» του Κωστή Χατζηδάκη και της Νίκης Κεραμέως; Μάλλον όχι. Και πολύ λογικά.

Ποτέ άλλοτε το όραμα της νεοφιλελεύθερης εργασιακής απορρύθμισης δεν είχε αποτυπωθεί τόσο επιθετικά και καθολικά σε ένα νόμο, όσο στον Ν. 4093/2012 (Δεκέμβριος 2012), της κυβέρνησης Σαμαρά. Εύστοχα επισημαίνει σε σχετικό βιβλίο του ο πανεπιστημιακός καθηγητής Εργασιακών Σχέσεων, Γιάννης Κουζής, ότι πρόκειται για το νόμο «με τον μεγαλύτερο αριθμό διατάξεων εργασιακής απορρύθμισης που συντελείται στα χρόνια των Μνημονίων», αν και «οι βάσεις της βίαιης αποδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων είχαν τεθεί από προγενέστερες ρυθμίσεις» (Ν. 3845/2010 και Ν. 3846/2012).

Όντως, και τι δεν έκανε ο Ν. 4093, του Σαμαρά… Άλλαξε τον τρόπο διαμόρφωσης των μισθών. Μονιμοποίησε την τελική αρμοδιότητα της κρατικής εξουσίας (κι όχι των «κοινωνικών εταίρων», αν συμφωνούσαν) για τον καθορισμό των κατώτατων μισθών και ημερομισθίων. Υποβάθμισε, έτσι, κατά πολύ το θεσμό της Εθνικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Έκανε «κόλπα» με τις τριετίες. Αύξησε το ανώτατο ημερήσιο ωράριο εργασίας σε 13 ώρες. Διευκόλυνε τον θεσμό του δανεισμού εργαζόμενων. Ενίσχυσε ποικιλοτρόπως τη δυνατότητα των εργοδοτών να ορίζουν «κατά το δοκούν» τους όρους χορήγησης ετήσιων αδειών. Επέκτεινε τα διακεκομμένα ωράρια. Και πολλά ακόμη, σε ανάλογο πνεύμα.

Υποτίθεται πως όλα τούτα αποσκοπούσαν (και) στη μείωση της ανεργίας, αλλά παράλληλα ο Ν. 4093 διευκόλυνε τις απολύσεις, Το έκανε μειώνοντας ακόμη περισσότερο το χρόνο για την απαιτούμενη προειδοποίηση (του εργοδότη προς τον εργαζόμενο), όπως και το ύψος των αποζημιώσεων απόλυσης.

Αποτέλεσμα; Έπειτα από ένα έτος εφαρμογής των «ευέλικτων» αυτών μέτρων, το Νοέμβριο του 2013, η επίσημη ανεργία – η πραγματική ήταν άλλη «πονεμένη ιστορία» – είχε φθάσει στο ιστορικό ρεκόρ του 28% (Eurostat). Και κατά το επόμενο έτος (2014) δεν έπεσε παρά στο 26,5%.

Όσα δεν λέει για την ενέργεια 

Ακολούθησαν κι άλλοι τέτοιοι νόμοι της «σαμαρικής» περιόδου, όπως πχ ο Ν. 4141/2013 που έθεσε σε μειονεκτικότατη θέση τις αξιώσεις των εργαζόμενων σε περιπτώσεις πτωχεύσεων επιχειρήσεων. Αλλά για την οικονομία χώρου και χρόνου ας τους παρακάμψουμε. Ας κάνουμε το ίδιο και με το κεφάλαιο «κυβέρνηση Σαμαρά και ιδιωτικοποιήσεις» (όσες έγιναν και όσες προγραμματίστηκαν μα δεν ολοκληρώθηκαν ως και το τέλος του 2014). Και ας έλθουμε στο σήμερα – χωρίς άλλες αναδρομές στην «σαμαρική» διακυβέρνηση.

Σήμερα προκαλούν γέλια (πικρά, έστω) οι μνήμες και οι υπομνήσεις αρκετών βαρύγδουπων δηλώσεων, τις οποίες είχαν κάνει διάφοροι εγχώριοι «διαπρεπείς» νεοφιλελεύθεροι. Ποιος δεν καγχάζει, ας πούμε, αν θυμηθεί τα λόγια του Κωστή Χατζηδάκη (16/9/2020, στο συνέδριο του Economist), ότι η «πλήρης απελευθέρωση»  στην ενέργεια θα έριχνε τις τιμές και θα εξασφάλιζε χαμηλότερο κόστος για τους πολίτες; Το ερώτημα όμως είναι: Κάγχασε ποτέ για αυτό ο Σαμαράς; Δεν τον ακούσαμε… Ούτε διαβάσαμε κάποια δήλωσή του που να αναδεικνύει την πασιφανή αλήθεια, για τη στενή σχέση της ιδιωτικοποίησης στην ενέργεια με όσα βιώνουμε στις μέρες μας.

«Μα ο Σαμαράς είναι πολύ επικριτικός όταν μιλά για την ενέργεια», θα πει κάποιος. Ναι, είναι. Όταν στηλιτεύει την «Πράσινη Μετάβαση» και τη βιαστική απολιγνιτοποίηση. Αλλά τα υπόλοιπα του… διαφεύγουν κάπως.

Αναζητώντας πειστήρια «λαϊκότητας»  

Τα πράγματα είναι μάλλον καθαρά. Ο Σαμαράς επιδιώκει να εμφανιστεί ως εκπρόσωπος ενός κάποιου «συμπονετικού συντηρητισμού», για να θυμηθούμε και τον όρο που άρεσε πολύ στον Τζορτζ Μπους «τζούνιορ». Ο «εχθρότητά του» απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό είναι μία καρικατούρα. Περίπου έτσι είναι πλέον και οι παλιές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους «κεντρογενείς» νεοφιλελεύθερους και τη «λαϊκή Δεξιά», εντός του φάσματος της ελληνικής δεξιάς.

Μια φορά κι έναν καιρό τα δυο στρατόπεδα φάνταζαν, όντως, υπαρκτά και διακριτά. Στη μία πλευρά οι νεοφιλελεύθεροι, εκπροσωπούμενοι κυρίως από τον Κων. Μητσοτάκη και τους απογόνους του. Στην άλλη, η «λαϊκή Δεξιά», επιμεριζόμενη στους «καραμανλικούς» και τους ακροδεξιούς (κάθε πλευρά χρωμάτιζε διαφορετικά τη «λαϊκότητά της»). Όλα αυτά όμως άρχισαν να ξεθωριάζουν στη δεκαετία του 1990, υπό το βάρος της «οικονομικής ορθοδοξίας», των «μονόδρομων, των θεσφάτων τύπου Συνθήκης Μάαστριχτ.

Η τελευταία  ηχηρή επιβεβαίωση της ύπαρξης εκείνων των διαχωριστικών γραμμών μας στέλνει στο πολύ μακρινό 1998. Στις αρχές Φεβρουαρίου του έτους εκείνου, ο Κώστας Καραμανλής διέγραψε από τη ΝΔ τρείς προβεβλημένους «μητσοτακικούς», τους Στ. Μάνο, Γ. Σουφλιά και Β. Κοντογιαννόπουλο, διότι είχαν αρνηθεί να αντιταχθούν σε ένα νομοσχέδιο νεοφιλελεύθερης κοπής για τις ΔΕΚΟ (το είχε φέρει στη Βουλή το «εκσυγχρονιστικό» ΠΑΣΟΚ που τότε κυβερνούσε). Έκτοτε, οι αντιθέσεις εκείνες «χλόμιαζαν» ολοένα και περισσότερο. Ώσπου οι οδοστρωτήρες των Μνημονίων εξαφάνισαν και τα τελευταία υπολείμματα του παλιών «ιστορικών σχισμάτων», εντός της ΝΔ.

Γιατί όμως ο Σαμαράς νιώθει σήμερα την ανάγκη να «τα βάλει» λεκτικά με το νεοφιλελευθερισμό; Πιθανότατα, επειδή πιστεύει ότι έτσι θα του αναγνωριστεί κάποια γνήσια «λαϊκότητα». Επειδή ξέρει ότι τα νεοφιλελεύθερα μοντέλα δεν περιβάλλονται πια από την παλιά αίγλη. Ακόμη και επιτελεία άκρως συστημικά, αμφισβητούν πλέον και την αυστηρά «διαχειριστική» ικανότητα των νεοφιλελεύθερων συνταγών.

Δεν είναι μόνον αυτά που έχουν επισημάνει – εδώ και αρκετά χρόνια- οικονομολόγοι όπως ο Τομά Πικετί και ο Τζόζεφ Στίγκλιτζ. Ακόμη και ο Economist το 2022 προέβλεπε την έλευση «νέας εποχής παρεμβατισμού» (χωρίς να την εγκρίνει), ακριβώς επειδή τα νεοφιλελεύθερα «υποδείγματα» ασθμαίνουν.

Ο «τραμπισμός» και τα… like της Κίμπερλι

Ίσως ο Σαμαράς να ποντάρει σε κάτι ακόμη, καθώς προβάλλει τον εαυτό του ως εκφραστή και του «πνεύματος Τραμπ» (σε θέματα μετανάστευσης, αντι – woke, παραδόσεων, κλπ): Σε μια πιθανή σύγχυση ανάμεσα στους κανόνες της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, τους οποίους – υποθετικά ή πραγματικά – ανατρέπει η διεθνής εμπορική πολιτική του Τραμπ και στην εσωτερική (εντός των ΗΠΑ, δηλαδή) οικονομική και κοινωνική «ρότα» της κυβέρνησης Τραμπ.

Σε κάθε περίπτωση θα ακούγαμε με ενδιαφέρον την άποψη του Σαμαρά, ο οποίος δεν θέλει να τα κανονίζουν όλα «οι κανόνες της αγοράς» και οι «νεοφιλελεύθερες διαχειριστικές λογικές», για την εσωτερική οικονομική και πολιτική «ρότα» του «τραμπισμού». Για το «αδιαμεσολάβητο» (όπως θα ‘λεγε κι ο Κασσελάκης) κουμάντο που κάνουν οι «Κροίσοι», για τις περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες, κοκ.

Καταλαβαίνουμε φυσικά ότι ο Σαμαράς θα πρέπει να σκεφθεί πολλά, προτού απαντήσει. Συν τοις άλλοις, αν θα ξαναδεί like από την Κίμπερλι…

Πηγή – KOMMON

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.