Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2026
Λευκωσία 28°
Οικονομία

Ακίνητη περιουσία-μαμούθ στην Αρχιεπισκοπή – Η συμφωνία του 1948 που έφτασε στα Δικαστήρια

​  ​ Μια συμφωνία που υπογράφηκε πριν από 78 χρόνια και αφορούσε ακίνητη περιουσία μεγάλης έκτασης στην Κύπρο βρέθηκε στο επίκεντρο δικαστικής διαδικασίας, η οποία ολοκληρώθηκε με απόφαση υπέρ εταιρείας που έχει αποκτήσει η Αρχιεπισκοπή.…

10 Οκτωβρίου 2026 · 12:37

  

Μια συμφωνία που υπογράφηκε πριν από 78 χρόνια και αφορούσε ακίνητη περιουσία μεγάλης έκτασης στην Κύπρο βρέθηκε στο επίκεντρο δικαστικής διαδικασίας, η οποία ολοκληρώθηκε με απόφαση υπέρ εταιρείας που έχει αποκτήσει η Αρχιεπισκοπή. Η υπόθεση, σύμφωνα με ρεπορτάζ του «Φιλελεύθερου», αφορά δεκάδες ακίνητα στην επαρχία Λεμεσού, τα οποία παρέμεναν για δεκαετίες εγγεγραμμένα σε διαφορετικό ιδιοκτήτη, παρά την ύπαρξη συμφωνίας μεταβίβασής τους από το 1948.

Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 5 Οκτωβρίου 2026, ανοίγει τον δρόμο για την ολοκλήρωση μιας εκκρεμότητας που συνδέεται με την ιστορία της μεταλλευτικής βιομηχανίας της Κύπρου.

Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται η Hellenic Mining Public Company Limited, η οποία περιήλθε στην ιδιοκτησία της Αρχιεπισκοπής, και μια εμπορική συμφωνία που είχε συναφθεί με την Ανώνυμο Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων Α.Ε.

Η δεύτερη εταιρεία τέθηκε μεταγενέστερα σε διαδικασία εκκαθάρισης, την οποία ανέλαβε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Η δικαστική διαμάχη αφορούσε ακίνητα που δεν είχαν μεταβιβαστεί, παρότι οι σχετικές υποχρεώσεις προέκυπταν από συμφωνία της 21ης Ιουνίου 1948.

Η συγκεκριμένη εμπορική πράξη πραγματοποιήθηκε σε μια εποχή κατά την οποία η μεταλλευτική δραστηριότητα αποτελούσε σημαντικό κομμάτι της οικονομίας της Κύπρου.

Η Hellenic Mining Public Company Limited συστάθηκε στις 22 Μαΐου 1948, με σκοπό να αποκτήσει τις δραστηριότητες της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων στην Κύπρο.

Η συμφωνία που ακολούθησε περιλάμβανε όχι μόνο τις μεταλλευτικές εγκαταστάσεις, αλλά και ακίνητη περιουσία, άδειες, μισθώσεις, λατομικά δικαιώματα, εργοστάσια, μηχανήματα και άλλον εξοπλισμό.

Στο πλαίσιο της συναλλαγής, προβλεπόταν η παραχώρηση 149.993 μετοχών της Hellenic Mining στην πωλήτρια εταιρεία, με ονομαστική αξία μίας κυπριακής λίρας ανά μετοχή.

Η συνολική ονομαστική αξία των μετοχών πλησίαζε τις 150.000 κυπριακές λίρες, ποσό ιδιαίτερα σημαντικό για τα οικονομικά δεδομένα της εποχής.

Ενδεικτικά, οι μηνιαίες απολαβές πολλών εργαζομένων το 1948 κυμαίνονταν μεταξύ τριών και έξι λιρών, ανάλογα με το επάγγελμα.

Παρά την ολοκλήρωση της συμφωνίας και τη συνέχιση των μεταλλευτικών εργασιών, η μεταβίβαση του συνόλου της ακίνητης περιουσίας δεν ολοκληρώθηκε.

Μεγάλο μέρος των ακινήτων μεταφέρθηκε στην ιδιοκτησία της Hellenic Mining, ωστόσο παρέμειναν εκκρεμότητες που αφορούσαν 47 τίτλους στην επαρχία Λεμεσού.

Ανάμεσα στους τίτλους περιλαμβάνονταν ακόμη και δέντρα, τα οποία, σύμφωνα με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εποχής, διέθεταν ξεχωριστούς τίτλους ιδιοκτησίας.

Στο επίκεντρο της δικαστικής υπόθεσης βρέθηκαν τελικά 33 ακίνητα, τα οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, βρίσκονταν στην κατοχή και χρήση της Hellenic Mining από το 1948.

Ορισμένα από τα τεμάχια έχουν ιδιαίτερα μεγάλη έκταση, με κάποια να ξεπερνούν τα 30.000 τετραγωνικά μέτρα το καθένα.

Χρειάστηκε να περάσουν πολλές δεκαετίες μέχρι να κινηθούν εκ νέου οι διαδικασίες για την ολοκλήρωση των μεταβιβάσεων.

Στις 27 Ιανουαρίου 2012, η Hellenic Mining κατέθεσε την αρχική συμφωνία στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού.

Ακολούθως, στις 8 Σεπτεμβρίου 2015, ενημέρωσε την άλλη συμβαλλόμενη εταιρεία για τους τίτλους που εξακολουθούσαν να εκκρεμούν.

Η διαδικασία προέβλεπε παρουσία εκπροσώπων της εταιρείας στο Κτηματολόγιο στις 12 Ιανουαρίου 2016, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι αναγκαίες μεταβιβάσεις.

Ωστόσο, η μεταβίβαση δεν πραγματοποιήθηκε, γεγονός που οδήγησε την Hellenic Mining στην καταχώριση αγωγής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν όσα κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για τις προσπάθειες επίλυσης της διαφοράς χωρίς δικαστική αντιπαράθεση.

Σύμφωνα με μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά τη διαδικασία, είχε πραγματοποιηθεί συνάντηση στην Αθήνα με την τότε πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της εμπλεκόμενης εταιρείας, Λούκα Κατσέλη.

Στη συνάντηση συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β΄ και ο δικηγόρος Λεωνίδας Γεωργίου.

Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, σύμφωνα με τη μαρτυρία, αναφέρθηκε ότι η εταιρεία που βρισκόταν υπό εκκαθάριση δεν διέθετε ακίνητη περιουσία στην Κύπρο.

Η τοποθέτηση αυτή ανέδειξε την ασυμφωνία μεταξύ των διαθέσιμων εταιρικών στοιχείων και των εκκρεμών εγγραφών στο Κτηματολόγιο.

Σύμφωνα με όσα κατατέθηκαν, η Λούκα Κατσέλη εισηγήθηκε την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, διαβεβαιώνοντας ότι δεν θα προβαλλόταν αντίρρηση στην ολοκλήρωση των μεταβιβάσεων.

Παρά ταύτα, όταν ορίστηκε ημερομηνία στο Κτηματολόγιο, δεν υπήρξε η αναγκαία παρουσία εκπροσώπων της Εθνικής Τράπεζας για να προχωρήσει η διαδικασία.

Καθοριστική σημασία στην υπόθεση είχε η μαρτυρία για τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούνταν τα επίδικα ακίνητα από την Hellenic Mining.

Οι δικηγόροι της εταιρείας, Λεωνίδας Γεωργίου και Χλόη Τοφαρίδου, υποστήριξαν ότι η κατοχή και η χρήση των ακινήτων είχαν περιέλθει στην εταιρεία δυνάμει της αρχικής συμφωνίας.

Η μεταλλευτική δραστηριότητα συνεχίστηκε χωρίς ουσιαστικά εμπόδια, καθώς είχαν μεταβιβαστεί τα σχετικά δικαιώματα εκμετάλλευσης.

Σύμφωνα με τη θέση που παρουσίασαν στο Δικαστήριο, η μεταβίβαση συγκεκριμένων τίτλων πραγματοποιούνταν σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν προέκυπτε πρακτική ανάγκη.

Η εταιρεία αξιοποιούσε τα ακίνητα για εκσκαφές, έρευνες, τοποθέτηση εξοπλισμού, απόθεση υλικών, κατασκευή δρόμων και εγκαταστάσεις που εξυπηρετούσαν τους εργαζομένους στα μεταλλεία.

Παράλληλα, σύμφωνα με τη μαρτυρία, η ίδια αναλάμβανε τις σχετικές δαπάνες και τις επενδύσεις που απαιτούσε η δραστηριότητά της.

Η υπόθεση συνδέεται άμεσα με την ιστορία των μεταλλείων Ασγάτας–Καλαβασού και των εγκαταστάσεων επεξεργασίας μεταλλεύματος στο Βασιλικό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν, τα ακίνητα στα οποία βρίσκονταν οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας στο Βασιλικό ήταν από εκείνα που μεταβιβάστηκαν κατά προτεραιότητα.

Επιπλέον, είχαν μεταφερθεί στην ιδιοκτησία της Hellenic Mining τεμάχια που συνδέονταν με τη σιδηροδρομική διαδρομή από τα μεταλλεία προς το Βασιλικό και εντάχθηκαν στον αναδασμό της Καλαβασού.

Άλλες μεταβιβάσεις πραγματοποιήθηκαν κατά την περίοδο 1979-1980 και αφορούσαν εκτάσεις του μεταλλείου Ασγάτας–Καλαβασού που υπάγονταν διοικητικά στην κοινότητα Οράς.

Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας προσκομίστηκαν, μεταξύ άλλων, αντίγραφα 23 τίτλων ιδιοκτησίας που είχαν ήδη μεταβιβαστεί από την αρχική ιδιοκτήτρια εταιρεία στην Hellenic Mining.

Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, η κατοχή των συγκεκριμένων τεμαχίων δεν είχε εγκαταλειφθεί από την ενάγουσα εταιρεία.

Τα ακίνητα αποτελούσαν μέρος της ευρύτερης μεταλλευτικής περιοχής, στην οποία περιλαμβάνονταν έξι μεταλλεία.

Η σημασία τους συνδέεται και με την ενδεχόμενη επανενεργοποίηση της μεταλλευτικής μίσθωσης Καλαβασού–Ασγάτας.

Όπως αναφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς την ολοκλήρωση των εγγραφών των 33 ακινήτων στην ιδιοκτησία της εταιρείας, θα προέκυπταν εμπόδια στην εξασφάλιση νέας μεταλλευτικής μίσθωσης.

Το ζήτημα, επομένως, δεν περιοριζόταν στην τυπική διευθέτηση μιας παλαιάς συμφωνίας, αλλά συνδεόταν με τη δυνατότητα μελλοντικής αξιοποίησης της περιουσίας.

Μετά την εξέταση των μαρτυριών και των εγγράφων που παρουσιάστηκαν, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αποφάσισε υπέρ της Hellenic Mining.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας, στη βάση του άρθρου 7 της σχετικής νομοθεσίας.

Με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2026 εκδόθηκαν τα απαραίτητα διατάγματα, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία που απαιτείται για την ολοκλήρωση των εκκρεμών μεταβιβάσεων.

Παράλληλα, τα δικαστικά έξοδα επιδικάστηκαν υπέρ της ενάγουσας εταιρείας και εις βάρος της εναγόμενης, με το ύψος τους να καθορίζεται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Η εξέλιξη αυτή αποτελεί σημαντική δικαστική δικαίωση για την εταιρεία που απέκτησε η Αρχιεπισκοπή, βάζοντας τέλος σε μια πολύχρονη νομική εκκρεμότητα.

Πρόκειται για υπόθεση που αναδεικνύει πώς μια εμπορική συμφωνία του 1948, η οποία συνδεόταν με τη μεταλλευτική ιστορία της Κύπρου, εξακολούθησε να έχει σημαντικές περιουσιακές και νομικές συνέπειες πολλές δεκαετίες αργότερα.

Πηγή – Διάλογος

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Στήριξε την ανεξάρτητη ενημέρωση

Επίλεξε τη συνδρομή που προτιμάς. Η ασφαλής πληρωμή ολοκληρώνεται μέσω Stripe.