ΕλλάδαΆκυρη η αθώωση για επίθεση στην πρώην σύντροφό του
Μια ασυνήθιστη κατάληξη είχε υπόθεση καταγγελίας για άσκηση βίας μεταξύ πρώην συντρόφων, η οποία απασχολεί την Δικαιοσύνη από το 2021 και αφορά περιστατικό που φέρεται να συνέβη τον Δεκέμβριο του 2018. Το Εφετείο, με…
31 Οκτωβρίου 2026 · 07:35
Μια ασυνήθιστη κατάληξη είχε υπόθεση καταγγελίας για άσκηση βίας μεταξύ πρώην συντρόφων, η οποία απασχολεί την Δικαιοσύνη από το 2021 και αφορά περιστατικό που φέρεται να συνέβη τον Δεκέμβριο του 2018.
Το Εφετείο, με ομόφωνη απόφασή του, έκρινε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου είχε υποπέσει σε ουσιαστικά σφάλματα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και ακύρωσε την απόφαση με την οποία είχε αθωώσει τον κατηγορούμενο.
Ωστόσο, παρά τη διαπίστωση των λαθών, οι εφέτες αποφάσισαν να μην διατάξουν νέα δίκη, λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν περάσει σχεδόν οκτώ χρόνια από το καταγγελλόμενο περιστατικό και ότι οι προσωπικές συνθήκες των δύο εμπλεκομένων έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά.
Έτσι, η αθωωτική απόφαση ακυρώθηκε, αλλά ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε χωρίς να υπάρξει επανεκδίκαση. Η υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το Εφετείο αναγνώρισε προβλήματα στον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε τις μαρτυρίες, χωρίς όμως να θεωρήσει ότι η υπόθεση έπρεπε να επανεκδικαστεί.
Η σχέση και η βία
Σύμφωνα με τα γεγονότα που καταγράφονται στη δικαστική απόφαση, ο Γ.Π. και η παραπονούμενη διατηρούσαν ερωτική σχέση κατά το 2018 και κατά διαστήματα συγκατοικούσαν, άλλοτε στο Λιοπέτρι, όπου διέμενε ο άνδρας, και άλλοτε στη Λεμεσό, όπου κατοικούσε η γυναίκα. Η σχέση τους τερματίστηκε τον Απρίλιο του 2020. Τον ίδιο μήνα η γυναίκα κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι ο πρώην σύντροφός της της είχε επιτεθεί και την είχε κτυπήσει ενώ βρίσκονταν στο σπίτι του.
Η καταγγελία αυτή οδήγησε σε δικαστική διαδικασία, κατά την οποία η γυναίκα υποστήριξε ότι δεν επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό. Ανέφερε ότι ο πρώην σύντροφός της είχε επιδείξει βίαιη συμπεριφορά και στο παρελθόν, κτυπώντας την σε διάφορα σημεία του σώματός της, χωρίς η ίδια να έχει καταγγείλει όλα τα περιστατικά.
Ένα από αυτά, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο της συγκεκριμένης ποινικής υπόθεσης, φέρεται να συνέβη στις 7 Δεκεμβρίου 2018, στο σπίτι του άνδρα στο Λιοπέτρι.
Κατά την εκδοχή της παραπονούμενης, οι δύο είχαν διαφωνήσει και ο σύντροφός της την έσπρωξε στο κρεβάτι. Ακολούθως, την άρπαξε από τον αριστερό αστράγαλο και της γύρισε το πόδι, προκαλώντας της έντονο πόνο.
Η γυναίκα υποστήριξε ότι, παρά τον τραυματισμό της, αναχώρησε για τη Λεμεσό, αλλά επειδή συνέχιζε να πονά, επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο, όπου υποβλήθηκε σε ακτινογραφικό έλεγχο και της τοποθετήθηκε νάρθηκας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, παρέμεινε με τον νάρθηκα για περίπου έναν έως ενάμιση μήνα. Ανέφερε επίσης ότι είχε προβεί σε καταγραφή παραπόνου στην Αστυνομία, κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου της, για ενδεχόμενη μελλοντική χρήση, χωρίς τότε να επιθυμεί την ποινική δίωξη του συντρόφου της.
Η βαριά σωματική βλάβη … δεν ήταν τόσο βαριά
Η ποινική διαδικασία για το συγκεκριμένο περιστατικό κινήθηκε το 2021, δηλαδή περίπου δυόμισι χρόνια μετά την ημερομηνία κατά την οποία φέρεται να συνέβη.
Αρχικά, ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε την κατηγορία της βαριάς σωματικής βλάβης, βάσει της νομοθεσίας για την πρόληψη της βίας στην οικογένεια και την προστασία των θυμάτων.
Στις 24 Ιουλίου 2023 το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε και ο άνδρας δικάστηκε τελικά για επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη.
Η αλλαγή της κατηγορίας έχει σημασία, καθώς η βαρύτητα της αρχικής κατηγορίας ήταν μεγαλύτερη από εκείνη για την οποία τελικά κλήθηκε να απολογηθεί.
Μετά την ακροαματική διαδικασία, το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου αθώωσε τον Γ.Π., κρίνοντας ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν ήταν επαρκής για να αποδειχθεί ότι εκείνος προκάλεσε τη σωματική βλάβη που επικαλούνταν η παραπονούμενη.
Ο γιατρός, ο νάρθηκας και τα κενά
Καθοριστικό ρόλο στην πρωτόδικη διαδικασία είχε η μαρτυρία του γιατρού που εξέτασε τη γυναίκα. Ο γιατρός κατέθεσε ότι την εξέτασε στις 7 Δεκεμβρίου 2018 και ότι εκείνη παραπονέθηκε για πόνο στο αριστερό κάτω άκρο.
Από την ακτινογραφία δεν προέκυψε κάταγμα, αλλά στο πόδι τοποθετήθηκε γυψονάρθηκας.
Ο ίδιος εξήγησε ότι η τοποθέτηση γυψονάρθηκα γίνεται όταν διαπιστώνεται διάστρεμμα ή κάκωση της άρθρωσης και ότι χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπου ο ασθενής παρουσιάζει πρήξιμο και αδυνατεί να πατήσει το πόδι του.
Το πρόβλημα προέκυψε από το περιεχόμενο της ιατρικής έκθεσης, η οποία είχε συνταχθεί περισσότερο από δύο χρόνια μετά την εξέταση.
Κατά την αντεξέτασή του, ο γιατρός συμφώνησε ότι στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είχε καταγράψει τις δικές του ιατρικές διαπιστώσεις σχετικά με τη βλάβη, αλλά τις αναφορές της παραπονούμενης και τις ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε, με βάση τη συγκεκριμένη ιατρική μαρτυρία, να προσδιορίσει ποια ακριβώς σωματική βλάβη είχε υποστεί η γυναίκα και κατά πόσο αυτή συνδεόταν με ενέργεια του κατηγορουμένου.
Παράλληλα, εντόπισε αντιφάσεις μεταξύ της μαρτυρίας της γυναίκας και του γιατρού σχετικά με τον χρόνο και τις συνθήκες υπό τις οποίες είχε απευθυνθεί στην Αστυνομία και είχε εξεταστεί στο νοσοκομείο.
Η παραπονούμενη είχε αναφέρει ότι δεν είχε καταγγείλει το συγκεκριμένο περιστατικό στην Αστυνομία πριν από τον Σεπτέμβριο του 2020. Αμφισβήτησε επίσης ότι είχε λάβει αστυνομικό παραπεμπτικό για την ιατρική εξέταση κατά την επίδικη ημερομηνία.
Αντίθετα, ο γιατρός επέμενε ότι η εξέταση του Δεκεμβρίου 2018 είχε πραγματοποιηθεί με παραπεμπτικό της Αστυνομίας. Οι αποκλίσεις αυτές αποτέλεσαν βασικό στοιχείο της πρωτόδικης κρίσης.
Η άλλη γυναίκα και ισχυρισμοί για παρενόχληση
Στη δίκη αναδείχθηκε και μια άλλη πτυχή της σχέσης των δύο πρώην συντρόφων.
Η παραπονούμενη υποστήριζε ότι ο Γ.Π. διατηρούσε παράλληλη ερωτική σχέση με άλλη γυναίκα.
Το συγκεκριμένο πρόσωπο κλήθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης και απέρριψε τόσο τον ισχυρισμό περί ερωτικής σχέσης με τον κατηγορούμενο όσο και την εκδοχή της παραπονούμενης για το περιστατικό της 7ης Δεκεμβρίου 2018.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι γνώριζε τον άνδρα μέσω της αδελφής του, με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις, και ότι δεν υπήρξε μεταξύ τους ερωτικός δεσμός.
Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι η ίδια είχε αποτελέσει στόχο επίμονης και συνεχούς παρενόχλησης από την παραπονούμενη, η οποία, κατά την άποψή της, είχε σχηματίσει λανθασμένη εντύπωση για τη σχέση τους.
Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενόρκως ότι συνέβη το καταγγελλόμενο περιστατικό. Υποστήριξε επίσης ότι ουδέποτε είδε την τότε σύντροφό του να φορά γυψονάρθηκα κατά την επίδικη περίοδο και απέδωσε στην ίδια παρενοχλητική συμπεριφορά.
Η παρέμβαση του Γενικού Εισαγγελέα
Μετά την αθώωση του κατηγορουμένου, ο Γενικός Εισαγγελέας άσκησε έφεση, επιδιώκοντας την ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης.
Η έφεση στηρίχθηκε σε δύο λόγους. Ο πρώτος αφορούσε την ύπαρξη αποδεικτικής βάσης για τα αναγκαία πραγματικά ευρήματα του Δικαστηρίου και ο δεύτερος την πλημμελή εφαρμογή του νόμου στα γεγονότα.
Η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα υποστήριξε ότι υπήρχε επαρκής μαρτυρία για τον τραυματισμό της γυναίκας και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταλήξει σε συμπεράσματα τα οποία δεν συμβάδιζαν με τα στοιχεία που είχαν παρουσιαστεί.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη μαρτυρία του γιατρού και στην τοποθέτηση γυψονάρθηκα, στοιχείο που, σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, δεν είχε εκτιμηθεί ορθά.
Το Εφετείο, ωστόσο, συμφώνησε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ως προς ένα συγκεκριμένο ζήτημα.
Έκρινε ότι ο γιατρός πράγματι δεν είχε καταγράψει στην ιατρική έκθεση τις δικές του διαπιστώσεις για τη σωματική βλάβη.
Σημείωσε μάλιστα ότι η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα επικαλέστηκε συγκεκριμένο απόσπασμα της αντεξέτασης του γιατρού, χωρίς να παραθέσει τη συνέχεια, όπου ο μάρτυρας είχε αποδεχθεί ότι δεν υπήρχε καταγραφή των ιατρικών του διαπιστώσεων. Η συγκεκριμένη διαπίστωση, όμως, δεν ήταν αρκετή για να διασωθεί η πρωτόδικη απόφαση.
Τα λάθη του πρώτου Δικαστηρίου
Το σημαντικότερο εύρημα του Εφετείου αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε αντιμετωπίσει τις μαρτυρίες.
Οι εφέτες διαπίστωσαν ότι, ενώ το Δικαστήριο είχε εντοπίσει ουσιαστικές διαφορές μεταξύ όσων υποστήριζε η παραπονούμενη και όσων κατέθεσε ο γιατρός, δεν είχε εξηγήσει με σαφήνεια ποιον θεωρούσε αξιόπιστο και για ποιους λόγους.
Επιπλέον, δεν είχε προβεί σε ξεχωριστή και επαρκώς αιτιολογημένη αξιολόγηση κάθε μάρτυρα.
Ιδιαίτερα σε σχέση με τον γιατρό, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε εξετάσει όπως έπρεπε την ιδιότητά του ως ειδικού και τους κανόνες που ισχύουν για την αξιολόγηση της επιστημονικής μαρτυρίας.
Το Εφετείο εντόπισε ακόμη μια σημαντική αδυναμία.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει συνολικά τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, χωρίς να προσδιορίσει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους τη θεωρούσε αναξιόπιστη.
Οι εφέτες ξεκαθάρισαν ότι ένα ποινικό Δικαστήριο μπορεί να αθωώσει έναν κατηγορούμενο επειδή η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορεί να χαρακτηρίζει τη μαρτυρία αναξιόπιστη χωρίς να εξηγεί πώς κατέληξε σε αυτή την κρίση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πρόβλημα δεν ήταν απλώς ότι υπήρχαν κενά στην απόδειξη. Ήταν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε αιτιολογήσει επαρκώς την αξιολόγηση που το οδήγησε στην απόρριψη της μαρτυρίας.
Γι’ αυτό το Εφετείο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν λανθασμένη και μπορούσε να ακυρωθεί.
Γιατί δεν έγινε νέα δίκη
Παρά την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης, το Εφετείο δεν διέταξε επανεκδίκαση.
Η επιλογή αυτή συνδέθηκε ευθέως με τον χρόνο που είχε παρέλθει.
Το περιστατικό φέρεται να συνέβη στις 7 Δεκεμβρίου 2018, ενώ η ποινική διαδικασία άρχισε περίπου δυόμισι χρόνια αργότερα.
Μέχρι την έκδοση της εφετειακής απόφασης είχαν περάσει σχεδόν οκτώ χρόνια από το καταγγελλόμενο συμβάν.
Το Εφετείο έλαβε επίσης υπόψη ότι οι προσωπικές συνθήκες τόσο της γυναίκας όσο και του κατηγορουμένου είχαν μεταβληθεί σημαντικά στο μεταξύ.
Υπό αυτές τις περιστάσεις, έκρινε ότι δεν θα ήταν κατάλληλο να διατάξει νέα δίκη για μια υπόθεση που ανάγεται στο 2018.
Το Εφετείο δεν αποφάσισε ότι αποδείχθηκε η ενοχή του κατηγορουμένου. Ούτε προχώρησε το ίδιο σε νέα αξιολόγηση των μαρτυριών για να αποφασίσει τι ακριβώς συνέβη μεταξύ των πρώην συντρόφων.
Διαπίστωσε ότι η προηγούμενη δικαστική απόφαση δεν είχε εκδοθεί με την απαιτούμενη αιτιολόγηση και γι’ αυτό την ακύρωσε.
Την ίδια στιγμή, έκρινε ότι η επανάληψη ολόκληρης της διαδικασίας, έπειτα από τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν αποτελούσε την ενδεδειγμένη λύση.
Το αποτέλεσμα ήταν η απαλλαγή του κατηγορουμένου, χωρίς νέα εκδίκαση της υπόθεσης.
Την ομόφωνη απόφαση εξέδωσαν οι δικαστές Μ. Αμπίζας, Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου και Ι. Στυλιανίδου.
Τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εκπροσώπησε ο δικηγόρος Θ. Παπανικολάου, ενώ τον εφεσίβλητο κατηγορούμενο εκπροσώπησε ο δικηγόρος Ν. Νικολάου.
Η τελική κατάληξη αποτυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης:
«Η πρωτόδικη απόφαση ακυρώνεται, δεν δίνεται όμως οποιαδήποτε διαταγή για επανεκδίκαση της υπόθεσης. Ο εφεσίβλητος απαλλάσσεται».
Πηγή – Cyprus Times









